Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δαφνί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δαφνί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011






ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ

όσα γράφω δεν θα τολμούσα να σου τα πω.
κι όσα σκέφτομαι και λαχταρώ
δεν θάπεφταν στο χαρτί:
αισθήματα και λογική που με σέρνουν απ τη μια άκρη στην άλλη,
φίλε κρυφέ.
κι όσα νύχτα έρημος ονειρευόμουνα σε καυτή κλίνη,
δεν θα τολμούσα να ζητήσω ούτε από τους θεούς,
γιατί όσα ήδη έδωσες:
ομορφιά θεϊκή – αχ, άχραντη,
ερωτική των ματιών μου αγαλλίαση -
χρυσό το βάρος στη ζυγαριά
φίλε κρυφέ,
μηδέν άγαν...







ΠΟΙΗΜΑ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ

φίλος έφηβος
για να με δοκιμάσει
μου ζήτησε να γράψω
έτσι στα πεταχτά
ένα ποίημα για την Ελλάδα
δοξαστικό.

κι έτρεξε χαρούμενος στη θάλασσα,
δίδοντας διορία ως που θα γύριζε
απ τη νησίδα απέναντι,
κολύμπι μισής ώρας το πολύ.

το έγραψα το ποίημα
χωρίς έξαρση περιττή, με γαλάζιο
και λευκό πολύ, κατ’ εικόνα κι ομοίωση,
με κρίνα μινωϊκά, χρυσό των Μυκηναίων,
με γλυπτά εφήβων απτόητα όμορφα στο χρόνο,
και μια στροφή από ψαλμό βυζαντινό.
αλλά τί θάγραφα ως επιστέγασμα
για το εικοσιένα, για τα σημερινά;…

σταγόνες στο χαρτί,
ένα γυαλιστερό στον ήλιο χέρι
μου μήνυσαν πως η διορία έληξε.
ο φίλος δίπλα μου
γυμνός θεός στον ήλιο
να σπινθηροβολεί ακόμα το νερό
πάνω του στον ώμο, στο μηρό,
και γελαστός ν’ αδημονεί για την απαγγελία.

κι αν είπα δυό στίχους τρεις
αμέσως αφαιρέθηκα, το πέταξα το χαρτί.
“δοξαστικό για την Ελλάδα ποίημα
είσαι ζωντανό εσύ, Έλληνα της Κρήτης,
Έλληνα Μυκηναίο, Έλληνα Ολυμπιονίκη,
Έλληνα Βασίλειε Μακεδόνα,
Έλληνα εξ ανωνύμων του Αγώνα,
Έλληνα φίλε μου,
αίμα μου”!




Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011



ΔΕΚΑΠΕΝΤΕΜΙΣΗ

στην Πάρο μιά φορά
στα απόκρημνα λιμανάκια της Νάουσας
ένα μεσημέρι με νεολαία ελάχιστη στον ήλιο
μεσήλικα, ξένο μεσήλικα συνάντησα
σαν κι εμένα γυμνός και γυρεύοντας.

σε συνουσία δεν φτάσαμε.

ήταν λεπτός, ωραίος, ευγενικός.
τα χάδια του, σαν ν' ακολουθούσε κανόνες συμπεριφοράς,
χάδια απαλότατα σοφά δοσολογημένα
τα φιλιά του, αργόπνοα και πόσο τολμηρά!
γοητευμένος, στα δάχτυλά του τα πολύτροπα,
στα φιλιά του αφέθηκα σα σε ζάλη.
μέσα μου ηδονή βαριά αναδευόταν,
ο ήλιος στην πλάτη μου, στους μηρούς μου συνεργός,
επερχόμενη θέρμη προμήνυε,
ν' απλώνει σ' όλο μου το σώμα...

μα πόνος ρηκτικός από κτηνώδη διείσδυση
διέρρηξε τα ηδονικά οράματα, φώναξα δυνατά
και με σπασμό τρόμου και πόνου
χτυπώντας στα τυφλά αποτραβήχτηκα
κι έτρεξα, ζαλισμένος ακόμα,
πάνω από βράχια εκδικητικά αιχμηρά,
προς τα πάνω, από θάλασσα και γυμνό πειρασμό μακριά,
με λύπη κι ανακούφιση,
με λύπη κι ανακούφιση αναίτια,
με την άγνοια των δεκαπεντέμιση μου χρόνων.