Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυκλάδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυκλάδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

Κυκλάδες


ΑΠΟ ΝΗΣΙ ΣΕ ΝΗΣΙ 

στη Σύρο
μ' ένα στρατιώτη
έκανα παρέα δυό βραδιές.
σ' ένα δωμάτιο με πρόσωπο
νεοκλασικό,
που στα γυμνά μας μέλη τα ηλιοτροπικά
αταίριαστο...

φιλιά με μισοσκότεινες γύρω γύψινες διακοσμήσεις,
και πόσο ατέλειωτο το ύψος του τοίχου
όταν ξαπλωμένοι ανοίγαμε τα μάτια
ερευνητικά για νέα αρχή.

δυό βραδιές
συμβατικά χαρήκαμε ο ένας τον άλλον,
συμμετρικά,
αλλά ο νούς μου
στο φώς το γυμνό, στο εξάκτινο φώς στα μαλλιά
του έφηβου σταφυλοδρόμου της Θήρας
έτρεχε...



ΚΕΡΟΣ

ασκητές του καλοκαιριού
με υπνόσακκο, νερό και τρόφιμα ελάχιστα
φτάσαμε στην Κέρο το γαλάζιο βουνό.

τ' απόγευμα έσβηνε, μιλούσαμε δυνατά
στη μοναξιά μας.
λέγαμε, ξαναλέγαμε όσα για αρχαίους κατοίκους
είχαμε διαβάσει, για σχήματα γεωμετρικά
για τα είδωλα τα ειδώλια,
κι όσα άγραφα, με το νού μας:
αρχαίων αγοριών την ομορφιά, τον έρωτά τους,
κρυφά θα σμίγανε στην ίδια αυτή μικροαμμουδιά
στην Κέρο το γαλάζιο βουνό.

με την έπαρση ξεχάστηκε ο φόβος ο παρασκηνιακός,
και στο ηλιοβασίλεμα
ψίθυρος πια η φωνή μας, οι λέξεις αραιές.
μια ηρεμία σαν μύρο, ηδονική, είχε απλωθεί.

ηρεμία τόση
που μόλις με τα πρώτα αστέρια,
και σαν με λύπη για κάτι που αμετάκλητα χάθηκε,
ενώσαμε τα χέρια μας, κοιταχτήκαμε στα μάτια
με στοργή πιο πολύ παρά με πόθο,
κι αφεθήκαμε...

νέοι ασκητές του καλοκαιριού,
στην Κέρο, το γαλάζιο βουνό.



ΝΑΞΟΣ 

στη Νάξο του Απόλλωνα, στη Νάξο του Δία,
στη Νάξο των κέδρων της ερημιάς,
εσένα βρήκα, τον άγνωστο, Μάιο μήνα,
το στρατιώτη που μόλις απολύθηκε,
το νέο άνδρα με τα σχέδια τα πολλά
για καλοκαίρια ξέφρενα, χειμώνες στην Αθήνα.
- εσένα βρήκα, κι όλο νοτιότερα τα βήματά μας
κυνηγούσανε τον ήλιο
για άμμο πιο ζεστή απ τη φωτιά των χεριών μας,
για φως πιο δυνατό απ το φως των ματιών μας,
για ηδονή πιο πυκνή
από δυό κούρων σώματα.



ΔΟΝΟΥΣΑ

μικρό και μακρινό νησί,
ποιό άγαλμα εφήβου ξεχασμένο
ζωντάνεψε εδώ χτες;

στο γυμνό, κατάγυμνο μαρμάρινο ακρωτήρι
στήσαμε βακχικό χορό.
το σύμπαν απόν, η Νάξος ανήμπορη, μακριά.
καλέσαμε γεύσεις αναιδούς ηδονής
που με τον ήλιο άδολο τάχα σύμμαχο
μας εξουθένωσαν.

αλλά η νύχτα, στο δωμάτιο από γαλάζιο και λευκό,
χάδια έφεύρε κι άλλα, οίστρο μυστηριακό,
και μόνο προς το ξημέρωμα
δοθήκαμε στον ύπνο, ένα σώμα,
στ' αποβατευμένα σεντόνια δυό σατύρων σκιά.




Σημείωση
Καθημερινά αναρτώνται εδώ ποιήματα με θέμα τη σχέση άνδρα προς άνδρα.
Η παράθεση των ποιημάτων είναι περίπου χρονολογική – από την εφηβεία έως τώρα.

Σήμερα, τέσσερα ποιήματα που η υπόθεσή τους ξετυλίγεται στα νησιά των Κυκλάδων. Το περιβάλλον έντονα ερωτικό. Κανένας δισταγμός, κανένα εμπόδιο στην ολοκλήρωση.
4 ποιήματα που τα θεωρώ από τα καλύτερά μου...




Looking for the 9 gothic/underground poems in English ?
Go to the pages of 8, 9 and 10 June 2011.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011


ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ

το σκοτάδι συμπύκνωνε μυρουδιές βαριές,
κόπρανα, ούρα, υγρασία, αποσύνθεση.
μα το σαν από άλλον κόσμο χέρι
που ζεστά τη μέση μου χάϊδευε,
σάρκα ζωντανή σε τεντωμένους μύς,
στη μαγεία της ώρας το χώρο αναιρούσε,
και το φιλί ήταν γληνόγλυκο πολύ,
το φιλί που, ένα τέταρτο αργότερα,
στο ήσυχο νεανικό δωμάτιο,
από απόλαυση ασήκωτη θα μ' έκανε να ανοίγω
τα σκέλη μου ατέλειωτα,
ατέλειωτα να θέλω να ανοίγομαι,
ταπεινωτικότατα να δοθώ !







ΣΤΑΘΜΟΣ

η νυχτερινή αμαξοστοιχία μόλις έφυγε,
στο κενό πέφτει ξαφνικά η άδεια αποβάθρα.
μείναμε λίγοι : άτονα βήματα πάνω-κάτω
σέρνουν τη νύχτα από κάθε κρυφή γωνιά
προς μάτια που κάτι ακόμα αναζητούν :

άλλος στέγη, άλλος παρέα, άλλος με
καυτή σάρκα επαφή, άλλος ηδονή παράφορα
ιδιότυπη, άλλος την ευκαιρία γι’ απάτη
και κλοπή.

βαθμιαία τα βήματα καταλήγουν σε ακινησία.
η πλάτη στον τοίχο αλλά βαρύ φορτίο
το κεφάλι.
απ τους δυό τρεις, σε ποιόν θα πέσει ο κλήρος
να γίνει πρόξενος ηδονής, σύντροφος ηδονής,
φίλος για μια νύχτα
στο φτηνό ξενοδοχείο απέναντι ;

γυμνοί στο κρεβάτι
με κερασμένες λέξεις, τί έχουμε να χάσουμε ;







ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ

ελαφροέτρεχε
στη χλόη της νησίδας,
θεός εφήβων σ’ έναν κόσμο μηχανών,
προπόνηση να προλάβει;
ή για ανταγωνισμό με τ’αυτοκίνητα
σειρές ατέλειωτες σε κίνηση αιχμής…
ελαφροέτρεχε.

κι όλο πιο ξεκάθαρα,
απ τον καθρέφτη, ή στα πλάΙ μου κοντινά,
μπροστά μου έπειτα σαν έκλεινε ο δρόμος πιο πολύ,
τον παρακολουθούσα
ταραγμένος από άκρατη επιθυμία
αυτό το σώμα να σφίξω πάνω μου, με τους μυώνες αυτούς
να σμίξω να χαθώ
να παραφέρνομαι ξέφρενα.

βγήκ’ απ’ τ’ αυτοκίνητο,
πίσω του έτρεξα στην πράσινη νησίδα,
και φτάνοντας στο ύψος του
τον έπιασα στον ώμο
και χαμογέλασα.

σαν από ένστικτο κατάλαβα
πως χέρι στον ώμο και χαμόγελο θα τάλεγαν όλα.

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011



ΕΞΑΡΧΕΙΑ

πολυκατοικίες περνάν αγέρωχα.
αυτοκίνητα περνάν εχθρικά.
άνθρωποι περνάν απρόσωπα.
νέοι άνδρες περνάν, ο δρόμος βαθμιαία δίνει στα μάτια μου ρυθμό.
στο βάθος περπατάει ένας νεαρός νωχελικά,
με ρούχα πρόχειρα, που σχεδιάζουν
περίγραμμα τέλειο, άγαλμα ηδονικό
τόσο, που με κόπο κλείνω το στόμα μου,
με κόπο πια βαδίζω - κι όπως ζυγώνει
είναι όλος χρώμα, όλος κίνηση, όλος πρόκληση,
ο ήλιος στο δρόμο όλος ερεθισμός.




ΕΞΟΥΣΙΑ 

... κι όπως από διαίσθηση βαθύτερη
για κάτι εκθαμβωτικά ωραίο,
το βλέμμα μου σ' εσένα έπεσε,
τόση ομορφιά να χωράει σ' ένα σώμα,
τόση αθώα ερωτική πρόκληση,

θυμός το θολό μυαλό μου διαπέρασε :
να μην έχω, να μήν έχω εξουσία υπέρτατη
που να μου δίνει, χωρίς αντίσταση - με προθυμία; -
αυτό το σώμα,
γιατί, γιατί να πρέπει τόση ομορφιά,
τόση ηδονή να χάσω;

κι αν το βασίλευμα εκείνο, φυσιολογικά
με τη γοητεία της ώρας, μας έφερε κοντά
γρήγορα να αγγιχτούμε, γρήγορα να εκτινάξουμε
αποθέματα ηδονής απροκάλυπτης
με το αχόρταγο πάθος μου για τη γραμμή την τέλεια
του σβέρκου και των ώμων σου,
των σαν αποκάλυψή σου μηρών!

άχρηστη, μακριά η σκέψη μου του θυμού,
γελοία δίπλα στη δική σου εξουσία...



ΕΠΑΘΛΟ

από τους δυό με είδε ο νεώτερος - που γνώριζα,
και σ' ένα νεύμα του,
συνωμοτικά κολυμπώντας χωρίς παφλασμό
αποκακρύνθηκα
με έκπληξη και πικρία.

τί κι αν μέρες πριν το νεαρό αυτό
τα μάτια μου, καίγοντας, είχαν σημαδέψει
στην απόμερη ακτή…
σ' απόσταση λίγων μέτρων το σώμα του
- νεαρού πολυαθλούμενου το σώμα -
για ώρα, με καυτές ματιές,
με συρτά χάδια, τυχαία τάχα,
στις θηλές μου, στους μηρούς, κι αργά-ηδονικά στην ήβη,
συνεσταλμένα αρχικά, αναίσχυντα δηλωτικά στο τέλος,
την προσοχή του ζητιάνευα,
μα αγέρωχα αλλού το βλέμμα του.
ουδέτερα, αδιάφορα με κοίταξε μια-δυό.
κι απομακρύνθηκε.

όπως τώρα απομακρύνθηκα εγώ.
κι η απορία να με λιώνει: πώς μ’ αυτόν,
μ' αυτό τον άχαρο το μεσήλικα,
κι όχι με νέο της ηλικίας του σχεδόν,
σφρίγος με σφρίγος, η χαρά του ματιού
για την καλλίγραμμη μέση αλλήλων,
τα ίδια τα αρωματικά τα χνώτα,
ίδια αντοχή επάλληλα, ίδιος γνώριμος ρυθμός:
με μένα, γιατί όχι;

σήμερα, μεσήλικας ο ίδιος,
τί κι αν χωρίς παραδοχή του χρόνου, ατέρμονα νέος,
τα τότε κατανόω.
η ανάμνηση δεν πληγώνει πια:
νεαρός, ωραίος σαν λίγοι απόψε ο σύντροφος,
στην άρνηση της φθοράς, έβηφος το έπαθλο !