Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έφηβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έφηβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Απριλίου 2011





ΩΡΕΣ ΧΑΜΕΝΕΣ 

το πρωί προχωράει προς μεσημέρι.
αναποφάσιστος, άδειος από διάθεση,
παρακολουθώ τον ήλιο να καίει το δωμάτιο,
το δωμάτιο να χάνει χρώμα και ηχώ,
κι εγώ να περιμένω,
να περιμένω,
να μήν περιμένω πια.

δεν θάρθει.  τί θα κάνω ;

έξω, παρέες αργοπορημένα ξεκινάν για θάλασσα,
ελαστικοί δρασκελισμοί χαμένων αθλητών, υπεροπτικές φωνές.
μέσα από τη σκόνη του παράθυρου
μετράω πέντε σώματα λαχταριστά ευκίνητα,
αρμονία κίνησης και μορφής,
πέντε νεαροί, ο ένας τους - ο ωραιότερος -
ηλιοχαρής, ήδη μισόγυμνος.

τα μάτια μου έντονα τον αφομοιώνουν,
οι λαγόνες μου έντονα τον καλούν.

κι η παρέα των αγοριών περνάει,
με πονηρά σκουντήματα,
με άκρα ανεμελιά.

χωρίς να βρώ τη δύναμη, ορμητικά τη δύναμη
να φωνάξω : παιδιά περιμέντε, έρχομαι κι εγώ !

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011


ΥΠΟΣΧΕΣΗ 

η άνοιξη περνάει απ το δρόμο,
αγόρι απ τα πέρα τετράγωνα περνάει,
χαρούμενο από στίβο κι αγώνες στην άλλη άκρη της γειτονιάς.
τα πόδια του ως ψηλά ακάλυπτα
στο σκιερό δρόμο φεγγοβολούν,
κνήμες και μηροί των νεαρών θεών της φυλής
(πότε μαύρισε ;  πόσο τρέχει στον ήλιο του χειμώνα ;)
τώρα από μπροστά μου περνάει,
δειλά το βλέμμα του ψάχνω.

κι άνοιξη σαν δυνατός χορός
το σώμα μου χτυπάει :
χαμογελώντας, αφηρημένος μάλλον με χαιρέτησε,
τα βήματά του ελαστικά απομακρύνονται, οι χνουδωτοί μηροί.
και τους τυλίγω με φιλιά,
ακράτητα με χέρια σφιχτά και μανιασμένα φιλιά
και λόγια ακατάληπτα κτήμα μου τα κάνω
ηδονοθηρικά.



ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ 

στην πρωινή ερημιά των βράχων
ξαπλωμένος, ονειρεύομαι...

χέρια νεαρά να σχεδιάζουν αόρατη ροή χαδιών
στα μαλλιά μου, στους ώμους μου, στο κοίλο της πλάτης, στη μέση,
δαχτυλιές ηδονής στην κνήμη, στους έσω μηρούς, και ήδη
ζεστά ακροδάχτυλα ν' αναζητούν το πιο ζεστό σημείο του σώματός μου,
χείλη σαρκώδη με οσμή αφροδίσια, μεθυστική, ν' αποθέτουν υγρή ανάσα
στο σβέρκο μου, κάτω απ το αυτί, προς το λαιμό,
κι ω κρουστοί κοιλιακοί να περιψαύουν την καμπύλη των γλουτών,
το σώμα μου στην ολόσωμη επαφή ανεξέλεγχτα να συσπάται...

και μηχανικά, ανυπόμονα, σαν νάταν οι γεύσεις του ονείρου,
τα νεαρά χέρια, τα χείλη, το θεϊκό το σώμα, υπαρκτά,
ικετευτικά τείνω τα σκέλη μου,
όσο μπορώ πιο ικετευτικά, σφαδάζοντας
για να γευτώ
τη διεισδυτική ορμή,
ώριμου ήδη εφήβου
την ακόρεστη αλκή.



ΦΑΣΗ ΤΡΙΤΗ

λόγος στρυφνός, επιθετικός.
λόγος που θίγει.
λόγος ανεπιτήδευτος που πληγώνει βαθύτερα
- αφού τον είπες εσύ -
που πληγώνει βαθύτερα αφού εγώ σου τον έβαλα στο στόμα,
ελπίζοντας να μην το ακούσω ποτέ από φίλο.

η τρίτη φαση:
από αδυναμία θα πληγώνουμε ο ένας τον άλλον.



ΦΘΟΡΑ 

τότε ήταν αλλιώς.
με αφέλεια εφηβική
διάλεγα και πλήγωνα,
γευόμουνα τ' άκρατα νειάτα των συντρόφων μου
με τα κριτήρια του ιδανικού ωραίου, με τα μάτια μου να συγκρίνουν
αγάλματα ακρωτηριασμένα, αλλά τόσο εύγλωττα ερωτικά, με τα σώματα
που απελπισμένα πολλές φορές, γύρευαν ένα σημάδι μου, την αφή μου.

κι ο τυχερός, τυχερός.

για τη δική μου τύχη του εκλεγμένου, πολύ αργότερα
θ' αντιλαμβανόμουνα το ειδικό βάρος των δεκαπέντε, των δεκαέξι, των
δεκαεφτά μου χρόνων.
στην πρώτη αμφιταλάντευση, κι αργότερα ακόμα, στην πρώτη άρνηση,
στην πρώτη απαίτηση για κείνη ή άλλη στάση, για κείνο ή άλλο ρόλο,
στην πρώτη νύξη για πληρωμή.

κι έμαθα να σκέφτομαι
σταδιακά όλο και εντονότερα,
πως θα φτάσω τα πενήντα κάποια ώρα,
και τότε η τύχη μου θάναι εξαιρετική
αν όσοι τώρα συγκαταβατικά, σαν από περιέργεια και μόνο, καταδέχομαι,
στο απελπιστικά επίμονο, ικετευτικό μου βλέμμα, τότε,
- από ποιά παρόρμηση αράγε ; -
ανταποκριθούν...




Σάββατο 26 Μαρτίου 2011








ΤΟ ΠΡΟΣΚΑΙΡΟ ΚΑΛΟ

από πρωί νωρίς τη μέρα εκείνη
άδεια τα μουσεία μας:
οι μαρμάρινοι έφηβοι μετουσιώθηκαν,
βγήκαν στους δρόμους.
και δρόμοι, πλατείες, οι κήποι του κέντρου,
τα ιερά άλση
αντηχούσαν από την ομορφιά τους,
από ήρεμα ή πονηρά χαμόγελα.
αχ, τί άσεμνη επίδειξη, θα είπαν μερικοί,
και τί ταραχή απειλεί την πόλη, τις κόρες μας,
τα αγόρια μας,
αν άμιλλα ευγενική τους έκανε να βγούν στον ήλιο
γδυτοί να σμίξουν
με τους νεοφερμένους.

πού πάμε;

άλλοι λέγανε πως οι Ελληνίδες
παν δεκαπέντε δεκαέξι χρόνια τώρα,
με έμπνευση κοινή
γέννησαν πάλι θεούς και ήρωες,
πως οι αρχαίοι θεοί μας γυρίζουν στον Όλυμπο
και πως αρχίζει, σήμερα κιόλας, μια νέα εποχή
για όλους μας.
αλλά εγώ πώς θα ζούσω, πώς θα πορευόμουνα
με τέτοιον πειρασμό;
με κάθε στιγμή μπροστά μου την πρόκληση
τη δίψα, την απελπισία
για τόση ηδονή απλόχερα διαθέσιμη,
για τέτοια σώματα
χωρίς επαύριο...

γιατί γρήγροα η πολιτεία έβαλε τάξη
στα όνειρα πολλών, στις χαρές πολλών.
με τον πρώτο πυροβολισμό – άνωθεν διαταγή –
η θωπεία του ήλιου, τα γέλια μαρμάρωσαν,
χέρια κόπηκαν και πέσαν πέτρες στο γρασίδι,
οι έφηβοι είχαν μαρμαρώσει πια για καλά.
τους βάλαν στα μουσεία με προσοχή και λύπη.
ήταν οι αυτοκτονίες πολλές για λίγες ώρες,
μα όλα στρώσαν τελικά
πριν ακόμα βραδιάσει
στους τύπους της παλαιάς ηθικής.

η μέρα εκείνη δεν ξεχάστηκε
αλλά σπάνια αναφέρεται.
όλοι μας κάτι το επλήψιμο κάναμε ή σχεδιάσαμε τότε.
πολλή ηδονή, πολλή ελευθερία είχαμε γευτεί.




Τρίτη 22 Μαρτίου 2011


ΣΤΟΝ ΑΠΟ ΑΛΛΗ ΦΥΛΗ 

γυφτόπουλο δεκάξη-δεκαεφτά,
των λυγερόκορμων νέων της φυλής του ο ομορφότερος,
μελαχροινός, σαν ο ήλιος μόνο γι' αυτόν να καίει,
κατέβηκε στη θάλασσα, βούτηξε,
βγήκε σαν χάλκινος θεός,
κι αναποφάσιστος ανάμεσα στον πόθο και το πώς,
έρχεται αργοσάλευτα βράχο-βράχο πιο κοντά μου,
και στα κλεφτά χαϊδεύεται.

σε μια ανάσα απόσταση έφτασε
κι ακόμα με ζυγίζει.

κι όταν αναπάντεχα ταυτόχρονα
τα διερευνητικά μας χέρια, τρέμοντας, σμίγουν,
στο σφίξιμο το αμοιβαίο, το ηδονικά αργό,
τα μαύρα του μάτια κλείνει, και μ' ένα βήμα ακόμα,
στόμα προς στόμα,
παραδινόμαστε.




ΣΥΓΚΡΙΣΗ

ο ήλιος κυλούσε υγρός στην πλάτη του.
με το μακρύ σανίδι που σήκωνε
όλοι του οι μύες άνθισαν.

αγόρια του λυκείου
περνούσαν τάχα ατάραχα.
αργότερα,
στη θάλασσα, κρυφά τους ώμους,
την όλη κορμοστασιά των φίλων τους
με αυτό το σώμα θα συγκρίνουν…

θολή θα είναι η ματιά.



ΣΥΓΧΥΣΗ 

σκοτείνιασε τ'απόγευμα ξαφνικά.
απ τη μικροσπηλιά
αν βγάλω το κεφάλι έξω, στον ουρανό θα χτυπήσω.

η θάλασσα κάτω μια άχρωμη μάζα.
απέναντι αστράφτει, μα ήχος δεν ακούγεται,
η παραλία κι απ τους λίγους άδειασε.

μ' αυτό τον καιρό, αδύνατο, δεν θάρθει.
σαν έμβρυο, ακίνητο, δεν περιμένω πιά.
αλλά η ελπίδα λύχνος αδύναμος,
μήπως σαν τη δίψα τη δική μου η δίψα του.
η ψάθα για δυό στρωμένη, για δυό ο χώρος,
για διάλογο χαδιών, για ανάσες δυό, για τα αλόγιστα φιλιά,
για επαφή ως τα έγκατα του εαυτού μας,
για ταύτιση, ταύτιση σωμάτων
σε μιά, σε μιά ηδονική κραυγή !

δεν θάρθει.
και τόσο τον ποθώ !
ζεστή απ την ανάμνηση του μεσημεριού ακόμα η σπηλιά.

και σαν να οδηγεί το χέρι του τα δάχτυλά μου,
το χάδι του νιώθω
το ευαίσθητο σφίξιμο στις θηλές
που σκλήρυναν.
και στο διογκούμενο κύμα της ηδονής
ο νούς, μιά όνειρο, μιά ώρα πραγματική,
διαχωρισμό δεν μπορεί πιά,
για το ποιό χέρι δικό μου, ποιό δικό του,
για το ποιό σώμα ποιό.



ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

τον ομαδάρχη της διπλανής ομάδας
όταν αντίκρισα για πρώτη φορά,
άθελά μου τα μάτια μου το σώμα του ψαχούλευαν,
που τόνοιωθα όμορφο σαν αίλουρο.
άγνωστο γιατί, σώμα εφήβου πρώτη φορά
γλυκά με τάραζε, μυστηριωδώς γλυκά, δέκα χρονών παιδί.

δεν ήταν τα σγουρά μαλλιά του, πλούσια σε μέτωπο ήρωα,
το χνούδι στο άνω χείλος ελαφρό,
δεν ήταν η φωνή του η δυνατή,
τα χέρια του μεγάλα με τις αρτηρίες, τα νευρώδη πόδια,
ήταν το αυθόρμητα ωραίο,
ήταν ο παλμός του σώματός του, σαν οδηγούσε τη διπλανή ομάδα
στη θάλασσα - όλο και θα σκόνταφτα για να κοιτάζω
αυτό το σώμα το σφιχτό, σκουντήματα διπλανών δεν μ' ένοιαζαν,
αρκεί τα μάτια μου προσηλωμένα...

ήθελα νάμαι αδερφοποιητός του,
νάχουμε μυστικά κοινά, κρυψώνες,
έβλεπα τους δυό μας σε διαβίωση πρωτόγονη,
μόνοι στον κόσμο, σε ερημονήσι,
και να φυλάγω - σε ερημονήσι από ποιόν κίνδυνο ; -
την ώρα που θα γδυνόταν για να πέσουμε στη θάλασσα.
ζεστά, πυρωμένα τα μάγουλά μου,
το σώμα μου σε παράξενη γλυκιά παραλυσία τυλιγμένο, στη σκέψη ότι
κρυφά θα τον κοίταζα...

εβδομάδες τρεις του καλοκαιριού,
η φαντασίωση αυτή : νάμαι δίπλα του και
ένα-ένα τα ρούχα του να αποβάλλει,
συχνά με κυνηγούσε, απαγορευμένα, αμαρτωλά,
μα πρωτόγνωρα ελκυστική τόσο που γρήγορα εθίστηκα
δέκα χρονών παιδί,
στο άμορφο ακόμα σχήμα, το πέρα απ τον ορίζοντα :
παιδί, έφηβος, άνδρας, έντονα τη ζωή μου μ' αυτόν,
τον έφηβο, να ζούσα.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011


ΠΑΡΑΜΟΝΗ 

τα τελευταία κάλαντα
ακούγονται τετράγωνα μακριά.

ήσυχο πια το δωμάτιο, ζεστός μικρόκοσμος
για τα γυμνά μας χάδια, την ηδονική αποδόνηση
ακόμα κρατάει σα να μην πέρασε.

σα να μήν πέρασε ;

απ το παράθυρο προς τα μέσα γυρίζω.
ακουμπάω στα σεντόνια
και είναι το κρεβάτι καυτό,
το σώμα του αγοριού φως ακούραστο
στο στόμα η γεύση τόσο νωπή των φιλιών
που δίπλα του πάλι πέφτω
με δάχτυλα, με χείλη, με σώμα όλο ζάλη,
στα πρώιμα σκληρά του χέρια
πάλι αφήνομαι πειθήνια
ηδονικά να με δονεί
ηδονικά να με φλογίζει.

κι όταν τα μάτια ανοίγω, ώρα μετά,
εκείνος κοιμάται, αποκαμένος για.
κι εγώ κοιτάζω, με απορία ξανά
το τρίγωνο για τα κάλαντα
που τραγούδησε,
- προσφυγόπουλο το αγόρι -
τα κάλαντα της ανάγκης, στο κατώφλι μου
μόλις δυό ώρες πριν...







ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ

ήταν το σκοτάδι ασήκωτο,
μιά αίσθηση απειλής παντού.

ένα χέρι φάντασμα, δειλά με αγγίζει,
τα δάχτυλα, με μικρού παιδιού απαλότητα
τα ρούχα μου χαϊδεύουν
πάνω από το πέος, στη σύγκλιση των γλουτών,
κι η διέγερσή μου μέγιστη...

νέος, νέος δυνατός να είναι, εύχομαι.

αφήνω το χέρι μου προς τα πλάι στο κενό,
στην άκρη κοντά, φηλαφίζω ύφασμα μεταξένιο, ρούχο αθλητικό.

νέος, νέος πολύ θα είναι, σκέφτομαι.

και λίγο κάτω με την παλάμη τρέμοντας, βρίσκω
ζεστό, γυμνό, μόλις χνουδάτο μυώδη μηρό,
και πιο πάνω,
σκληρόπαλμο πεός, πέτρα καυτή
με δάχτυλα του πάθους περιζώνω.

νέος, νέος δυνατός τ' αγόρι, σκέφτομαι.

ηδονικά τα χέρια του κλείνουν το στήθος μου,
ολόσωμα, ζεστά μ' ακουμπάει.
η ζώνη μου λύνεται, χέρια ζεστά τη λύνουν βιαστικά.

νέος, νέος σκληροδόνητος να είναι, εύχομαι.
και ήταν η τελευταία ψυχρή σκέψη της βραδιάς.





ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ

σε οικοδομή ανεγειρόμενη
φτυάριζε φτυάριζε
ήλιο κι αμμοχάλικο.
γυμνή του η πλάτη, καλυμμένη
από μύες πυκνούς και φως.
κι όταν σταμάτησε και κοίταξε ψηλά,
σαν αύρα θαλασσινή να πέρασε
απ τον κορμό του,
το εκλεκτό του στήθος
για σφίξιμο δυνατό,
για απομύζημα σκληρό
ακραίας ηδονής ταγμένο…

προσπέρασα προχώρησα
με βήμα ασταθές.
το βλέμμα του καχύποπτο, περιφρονητικό
στον ώμο μου σκυφτό…

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011


ΟΤΑΝ ΘΑΜΑΙ ΠΕΝΗΝΤΑ

όταν θάμαι πενήντα,
κι αμέσως σαν ν' ακούω τα λόγια του καθηγητή μας
που, σαραντάρης πια, σε μια διφορούμενη παρατήρησή μου,
με ύφος πολύ φυσικό μας αντέτεινε, πως σε κάθε ηλικία
νιώθει κανείς το ίδιο καλά.
αυτό το "καλά" ίσως να το τόνισε διφορούμενα, γιατί
στο επόμενο διάλειμμα
ανεκδοτολογικά συζητούσαμε τα παιδιά
αν θα είχε στύση ακόμα αυτός, και τί στύση θα ήταν αυτή,
σαραντάρης άνθρωπος, ευπαρουσίαστος μπορεί, αλλά σαραντάρης.

τα σαράντα μας φάνηκαν τότε σαν το τέρμα
των συναισθημάτων, το τέρμα του ερωτικού σκιρτήματος.
το τέρμα της ομορφιάς, οπωσδήποτε το τέρμα της ομορφιάς
του σώματός μας (ποιός από μας τους δυό κρυπτερωτικά θα
κοίταζε ποτέ έναν πενηντάρη ;)

όταν θάμαι πενήντα,
το πονηρό σου χαμόγελο εκείνης της στιγμής του διαλείμματος
θα βλέπω μπροστά μου πονηρό.
το πονηρό σου χαμόγελο, όπως αργότερα κατάλαβα,
τότε ακόμα ένα αθώο αίνιγμα:
δεν είχαμε αποτολμήσει να εξερευνήσουμε την αμοιβαία κλίση,
που έξοχη προθυμία θα κατέληγε, αν τολμούσε ο ένας απ τους δυό.
όχι: λέγαμε τότε για ιδανική φιλία και κοινωνία ψυχής.

τα σώματά μας - παρά τις στύσεις - χρόνια έμειναν ανέπαφα.

όταν θάμαι πενήντα,
πόσο θα με πληγώνει ακόμα η συναίσθηση του χαμένου χρόνου,
του χαμένου θησαυρού ;



ΟΥΣΙΑ

μια απουσία τριγυρίζει εδώ μέσα.
μια ανάμνηση - λίγα πολύτιμα δευτερόλεπτα -
αμείλικτα αναδύθηκε
και γκρέμισε τα πάντα!

το σώμα ρωτάει το νου γιατί πονάει,
ο φίλος ρωτάει το φίλο για την ουσία...







ΠΑΡΑ ΛΙΓΟ

δείλιασα δείλιασα δείλιασα,
κι ας με καλούσε
φωτεινή η ματιά, ευάλκιμο το σώμα
του εφήβου εδώ στο άγνωστο ακρωτήρι.
η θάλασσα κρατούσε την ανάσα της,
φόβος και πόθος διαφιλονικούν
για τους χτύπους της καρδιάς.
λυγίζει το σώμα και η ψυχή σπαράζει.
δείλιασα...

παράξενη βραδιά.
τώρα το σώμα μου σαν τόξο τεντωμένο,
άδεια χέρια τείνω στον ουρανό,
μην ξέροντας
αν κατάρα ή παράκληση,
ή ευγνωμοσύνη ψιθυρίζω.




Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011


ΟΜΟΛΟΓΙΑ

φίλος
είναι το καλύτερο εγώ.
φίλος
είναι χωματόδρομοι εξοχικοί
που οδηγούν σε μια παλιά πηγή.
φίλος
το γελαστό νερό,
του φίλου το άγγιγμα, ηδονικά
στον ώμο
και στα όνειρα.







ΟΡΑΜΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟ

ποίημα γράψε μου,
ποίημα φέρε μου.
            δέκα ποιήματα σου γράφω για την επιστροφή.
ένα γράψε μου,
ένα φέρε μου
μοναδικό, στο τέλος του ταξιδιού.

ποίημα νάχει την ξέφρενη χαρά της επιστροφής,
την ήρεμη λάμψη περασμένου καιρού
που ήταν χαρά,
την ολόχρυση χαρά της αυριανής πορείας.
τις χαρές όλες,
το εσύ κι εγώ χαροποιά στα χέρια μας,
τ’ αμέτρητα σκιρτήματα χαράς
σ’ ώρες αμέτρητες αλληλοθαυμασμού.

ποίημα της φωτιάς
ποίημα της γης
ποίημα τ’ ουρανού,
σαν κρίνο μοναδικό ανάμεσα μας στην επιστροφή
ποίημα της φιλίας μοναδικό
γράψε και φέρε μου.
            από δέκα ποιητές ωραιότερα τόγραψες
            στην ψυχή μου, και σαν σε πράσινο μάρμαρο
            χαραγμένο το διατηρώ
            για την επιστροφή.
            ποίημα κάνε μου την προσμονή
            εμένα τον ποιητή, φίλε μου ακριβέ εσύ.




Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011


ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ

νέος είναι, με μέση για αγκάλιασμα, καλότροπος,
ούτε ίχνος απ την αυθάδεια
της νέας γενιάς που κατακτά τον κόσμο.
με χαμόγελο που θέλει να γοητεύει πάντα μου μιλάει,
και τα θαυμάσια, απροσδόκητα τριχωτά του χέρια να τονίζουν...
ίσως και τα μάτια του να σπινθηροβολούν,
μα να τα παρατηρήσω στα ίσα δεν βρήκα το θάρρος,
δεν βρήκα το θάρρος...

οι μέρες κυλούν,
στο νόμο των πιθανοτήτων
χάνω κάθε μέρα μια μονάδα,
εκείνος εξοικειώνεται, με άλλους συναδέλφους νέους δένεται.
πώς να φέρω, πού αφορμή να βρώ
από τα υπηρεσιακά μας τα περιορισμένα, τα προσωπικά του
να αγγίξω ;
για τ' όμορφο σώμα του κάτι να πώ,
αν έχει επιτυχίες να ρωτήσω, τέτοιο αγόρι !
να δέσω κάποιο ανέκδοτο.
κι αν απ την πρώτη έφοδο δεν ταραχτεί
(στα μάτια, στα χέρια προσοχή !)
με σοφές προφυλάξεις,
σε όλο πιο τολμηρά πεδία να περάσω,
σε υπονοούμενα πλάγια,
σε νύξεις προσωπικών εμπειριών,
σε πρόταση, στ' αστεία, κάπου μόνοι να βρεθούμε...

είναι και καταχείμωνο,
ούτε στη θάλασσα μαζί, ούτε για άθληση κοινή
μπορώ να τον καλέσω...

κι οι μέρες κυλούν.
το σώμα του, σαν έμμονη ιδέα, απόμακρο
στα όνειρά μου, ακίνητο.
χτες στο γραφείο τον φανταζόμουνα γυμνό,
ενώ μου μιλούσε, ενώ άηχα τα χείλη και τα χέρια του κινούνταν,
χάδια και φιλιά να δρέψω...
κι ορμητικά ηδονής κύματα έκλεισαν το λαιμό μου, το στόμα.
στο τέλος κάποιο έγγραφο υπέγραψα, μηχανικά.

θα περιμένω, κι ας κυλούν οι μέρες.
η άνοιξη δεν αργεί, αφορμή θα δοθεί,
κι αν όχι εκείνος, άλλος θα πειστεί
στο χάδι του ήλιου, στα ρίγη της θάλασσας,
τα νειάτα του να μου δανείσει,
από άνδρα ώριμο
να αντλήσει νέας ηδονής ολοκλήρωση.





ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΑΠΟΧΩΡΗΤΗΡΙΟ

ο χώρος σκοτεινός σα μαύρο ύφασμα αγυάλιστο
ανέδιδε οσμές
σπέρματος κι απευθυσμένου.

ήχοι υπόκωφοι, συγκρατημένη ανάσα,
τριβή ρούχων και σάρκας,
όλα ακούγονταν πνιχτά.

η αφή κυρίαρχη.
ζεστά ακροδάχτυλα ανέπλαθαν
ερωτικά ψηφιδωτά, κορμούς ολόκληρους
νέων ανδρών

με τα στητά τα τερατώδη πέη
να περιμένουν υγρά χείλη,
και ραγδαία
το σπασμότρητο πρωκτό…





Ο ΑΥΡΙΑΝΟΣ

παρέα τριών αγοριών
φωνές καθάριες, δυνατές.
κι όταν κάθισαν
στα φύλλα τα πεσμένα τα ξερά ένα στρώμα,
μηροί και κνήμες ένα γύρω
θάμπωσαν τη μέρα.
το άλσος σιώπησε
και ήμουνα ο μόνος, με γοητευμένα τα πουλιά
ο μόνος ευδαίμων θεατής.

κάθισαν λίγο, καπνίζοντας,
και για ομάδες λέγαν αθλητικές
και χαμηλόφωνα για φίλους ή συμμαθητές.
στο τέλος όταν σηκώθηκαν
ο ένας πιο ανοιχτά με κοίταξε
σαν διερευνητικό το βλέμμα
κι ελπίδα έκλυτη
με τύλιξε σα σε χάδι:

αύριο,
αν αύριο…

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011


ΝΑΞΟΣ 

στη Νάξο του Απόλλωνα, στη Νάξο του Δία,
στη Νάξο των κέδρων της ερημιάς,
εσένα βρήκα, τον άγνωστο, Μάιο μήνα,
το στρατιώτη που μόλις απολύθηκε,
το νέο άνδρα με τα σχέδια τα πολλά
για καλοκαίρια ξέφρενα, χειμώνες στην Αθήνα.
- εσένα βρήκα, κι όλο νοτιότερα τα βήματά μας
κυνηγούσανε τον ήλιο
για άμμο πιο ζεστή απ τη φωτιά των χεριών μας,
για φως πιο δυνατό απ το φως των ματιών μας,
για ηδονή πιο πυκνή
από δυό κούρων σώματα.



ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ

τα αγόρια των ένδεκα
που παίζουν στις γειτονιές
ποδόσφαιρο, κυνηγητό,
με κρυφή συγκίνηση τα κοιτάζω, τα ζηλεύω, τα παρατηρώ.
σώματα προεφηβικά, με κάτι απ τη χάρη την επερχόμενη
των πελώριων ερωτηματικών στα μάτια,
τη χάρη των ιερών αγαλμάτων κατ εικόνα κι ομοίωση,
τη χάρη τη τραχειά των πρώτων σκληρών μυών.

μα ανυπόμονος δεν είμαι.
τα χρόνια κυλούν,
κάθε καλοκαίρι νέα παλικάρια θεριεύουν στις ακτές και δρούν,
νέα μάτια με ζωηράδα ύποπτη
απάντηση γυρεύουν, μέθη δυνατή, τα χάδια τα παράτολμα
στην άμιλλα για την κατάκτηση κι άλλης
κι άλλης ηδονής.



ΝΕΑ ΣΟΔΕΙΑ

κι έφτασε η άνοιξη!
κι έφτασαν οι ώρες του έρωτα
μέσα στα βράχια!
πάνω στην άμμο!
με τον ήλιο συνεργό και θεατή!

έφτασαν έφτασαν οι έφηβοι οι φίλοι μου
έφτασαν.
βήματα προσεκτικά ακόμα,
η πρώτη απορία του γυμνού σώματος στο φως.
ρίξε κι ένα βλέμμα προς τα δω,
και μετά το κολύμπι στην κρύα ακόμα θάλασσα,
με τα μάτια κλειστά
να μη σου φύγει το όνειρο,
αφέσου στη ζάλη της ζεστής αγκαλιάς,
στο κάλεσμα της ηδονής.
και τέλος γίνε θεός καταδεκτικός
κι όλως δικός μου
φίλε.



ΝΕΑΡΟΣ ΝΑΥΤΙΚΟΣ

ξαναπέρασα χτες από τη γωνιά
τη γωνιά μας.
κι ενώ ακόμα βρίσκεσαι
στην άλλη άκρη του κόσμου,
σε είδα εκεί να κάθεσαι, εμένα περιμένοντας,
τα χέρια σου στο τραπέζι, όπως τότε,
αν θυμάμαι καλά,
τα μυώδη χέρια σου μπροστά σου στο τραπέζι,
του ήρεμου κατακτητή τα μάτια ήδη
για κατακτήσεις άλλες, του αύριο, μακρινές...
κι εγώ να καίγομαι
από την αδυναμία να κίνησω τα δικά μου χέρια
καρφωμένα στο πλάι.

κάθε απόχρωση του λόγου είχε εξαντληθεί,
μόνο τα χέρια μας ακόμα κάτι μπορούσαν...

ξαναπέρασα χτες από τη γωνιά
τη γωνιά μας.
αλλά από το κρύο, αλλά από τη βροχή
απότομα έτσι όπως σε είδα και σ’ έχασα,
δεν ένιωσα πια τι νιώθω.



ΝΕΟΛΑΙΑ ΣΥΝΕΝΟΧΗ

το νησί συνεχίζεται.
το νησί έγινε κατάσταση.
το νησί με θέλγει με χίλια νήματα ο τόσο γοητευτικά
που δεν μπορώ να αντιδράσω,
να πω ένα όχι ηχηρό
- που θα κάνει τους πάντες να γελάνε.

όλοι με μάθανε.
και χωρίς φύλακα με αφήνουν στις αναβάσεις του βουνού.
στη βραδινή βουή της παραλίας
πολλά μάτια με βλέπουν με το ίδιο μου το βλέμμα,
και το νόημα γίνεται νήμα
που με δένει και με κρατάει.

ως πότε, νησί, θα είναι η νεολαία σου
συνένοχη;

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011


ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

στη θάλασσα,
στη γωνιά μου την προφυλαγμένη, γυμνός
σαν φυσικό στοιχείο,
αλλά με πόσα δικά μου αντικείμενα γύρα μου :

ψάθα διπλή, πολύχρωμα προσόψια,
το τελευταίο αντιηλιακό,
διπλωμένα τα ρούχα μου στην άκρη,
τα πέδιλά μου πρόχειρα,
αλοιφή κατάλληλη και προφυλακτικά.

δίπλα στη θάλασσα όλα, δίπλα στα βράχια,
σε γυμνά σώματα ηλιοπόνητα δίπλα
παράταιρα, ανοίκεια πράγματα.

και περιμένω σαν αράχνη στον ιστό
τα θύματα,
τα αγόρια με το χάος των ορμών
τα αγόρια σ' έμμονη αναζήτηση του έμπειρου συντρόφου,
τα αγόρια με τη δίψα για αλλοιώτικη, βαθύτερη ηδονή,
τα αγόρια τα θεοχάρακτα
που από άνδρα κυνικό, αράχνη μάλλον ύπουλη,
των ηδονών ιεροφάντη κυρίαρχο,
έφηβο θα μ'αφήσουν, έφηβο τρωτό.





ΜΗ ΞΕΡΟΝΤΑΣ, Ή ΑΤΟΛΜΑ...

το απέναντι σπίτι έκοψε στα δυό
όλη μου την κινητικότητα,
και με τις ώρες παραμονεύω στο παράθυρο.
με προφάσεις χίλιες κάθομαι δω
και κοιτάζω
και κοιτάζω
και φαντασιώνομαι.

μάταια ίσως, μάλλον μάταια.
τα όνειρα, όνειρα θα μείνουν.

αλλά αυτό το ανθισμένο εφηβικό σώμα
μια ακόμα φορά να δω καλά.
να χορτάσω αυτή την κίνηση του χεριού στα μαλλιά,
να ξαναδώ αυτό το κεφάλι
αυτό το στήθος, και...
και,
ανέλπιστη στιγμή – θεοί! -
αυτά τα μάτια να με κοιτάζουν
έκπληκτα, για την επιμονή των ματιών μου
στους γυμνούς, ηλιοκαμένους μηρούς,
τα μάτια σου τα μαύρα να με κοιτάζουν

μη ξέροντας, ή άτολμα…



ΜΗΘΥΜΝΑ

οι στέγες όλες
προσκυνούσαν με αγχομαχητά
την κορυφή.
ο άρχοντας και ο πολύς λαός
να έσμιξαν ποτέ;
χωρίς φρουρά
χωρίς τελετουργίες;
ρωτάω τους δυό συντρόφους μου νεαρούς
- νέοι πολύ, υπέρ το δέον νέοι,
παιδιά μεταναστών και πρόθυμα
για κάθε τί
που θα παρέτεινε για δυό τρεις μέρες
την παραμονή τους στο νησί -
αν ήσουν άρχοντας εσύ
μ’ ένα στρατιώτη δίπλα σου
θα χάιδευες εμάς;

οι εποχές πώς άλλαξαν,
η ώρα πώς περνάει:
πρωί όπως τους διάλεξα
σαν άρχοντας μιλούσα.
τώρα το απομεσήμερο, μετά την πρώτη μέθη,
με ειρωνία η απάντηση στην άστοχη ερώτηση.
κι απόψε η αυθάδεια, το ξέρω,
θα σκιάσει και των δυό την ομορφιά.
θα χαίρομαι ανήσυχα την ηδονή
κι αν αύριο δεν διαλύσω την παρέα
μπορεί και να παιχτεί
της ιστορίας το γνωστό αιώνιο δράμα
του προδομένου άρχοντα
και του όχλου…

τί λες κι εσύ, Σαπφώ;

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011



ΜΕ ΣΥΝΑΔΕΡΦΟΥΣ ΕΞΩ

καθόσουνα μακριά μου, στην άλλη άκρη του τραπεζιού,
είχες έρθει από τους τελευταίους.
με το ημίφως, τη μουσική, τα πειράγματα, όλοι αποβάλαν
το υπηρεσιακό τους προκάλυμμα, όλοι χαλάρωσαν.
η βραδιά προχωρούσε.

καθόσουνα μακριά μου, στην άλλη άκρη του τραπεζιού.
το πρόσωπό σου, μέσα στην ομήγυρη, μου φάνηκε
λιγότερο οικείο από ποτέ,
σαν να απαιτούσε - αντίθετα με τους άλλους - περισσότερο,
όχι λιγότερο σεβασμό, ένα πρόσωπο απίθανα νεανικό
(ήσουνα κι ο νεώτερος όλων)
κλεφτές οι ματιές μου,
καθόσουνα μακριά μου, στην άλλη άκρη του τραπεζιού.

η βραδιά προχωρούσε, ανεκπλήρωτη.
όταν πια μελαγχόλησα, κι η βοή μ' αποξένωσε
τόσο που δεν συμμετείχα πια παρά μηχανικά, μ' ένα χαμόγελο
προεντεταμένο,
σε είδα να υψώνεις το ποτήρι σου προς τα μένα,
με χάρη γνήσια, σα χειραψία αθλητού,
μ ένα χαμόγελο τόσο οκείο
να εξιδανικεύει το πρόσωπό σου,
στη στιγμή ξέχασα, στη στιγμή, τα χέρια τα μεγάλα τα ωραία
τα πολλά υποσχόμενα του σχεδόν διπλανού μου.





ΜΕΣΗΛΙΚΑΣ

τα χείλη μου λεπτύναν.
το πρόσωπό μου μόνο σε ημίφως χαμηλό
δείχνει ακόμα νεανικό.
τα μαλλιά μου διεκδικούν σοφία, καταστάλαξη
ήμερες ώρες, ένα πλούσιο αρχείο ζωής
και ένα ισόρροπο, τακτοποιημένο μέλλον.

πώς όμως, πώς
ξεραίνει η δίψα με τα χρόνια πιο πολύ ;
πώς έγινε μανία,
τα μάτια μου απεγνωσμένα να ψάχνουν σώματα εφηβικά,
να μη χορταίνω χάδι,
όλο και νέες ηδονές να ζητώ.

ηδονή,
από εξάντληση και πόνο
έναν πόντο παρακάτω,
σε απόσταση αναπνοής.



ΜΕΤΑ ΤΗ ΔΥΣΗ 

σαν λίμνη του κάτω κόσμου η θάλασσα τη νύχτα.
ίσκιοι αθόρυβοι τα σώματα που δυό ώρες πριν
επιδεικτικά ηλιόφερναν.
σε διαστολή μέγιστη, αλλά μάταια, οι κόρες των ματιών.
τώρα μαντεύει ο νούς, ιδανικά σχεδιάζει
κι ένα περίγραμμα συγκεχυμένο σε απομεινάρι φώς
αρκεί, ελευθερώνει πάθη καταχθόνια.

ζούμε την ώρα, την αποθέωση της αφής !

σε πνιχτή σιωπή, στους δυό μας
τρίτος ίσκιος δειλά σμίγει, και τέταρτος σε λίγο, πέμπτος,
ένα κουβάρι γινόμαστε πέντε ανδρών κορμιά δυνατά
που με σκοταδιού μανία, πλοκάμια σφιχτά ενωμένα
χέρια και χείλη αχόρταγα,
ηδονή απώτατη νέμονται,
λυτρωτικά ηδονή ανομολόγητη δίνουν κι απαιτούν.