Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νησί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νησί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011


ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ

το σκοτάδι συμπύκνωνε μυρουδιές βαριές,
κόπρανα, ούρα, υγρασία, αποσύνθεση.
μα το σαν από άλλον κόσμο χέρι
που ζεστά τη μέση μου χάϊδευε,
σάρκα ζωντανή σε τεντωμένους μύς,
στη μαγεία της ώρας το χώρο αναιρούσε,
και το φιλί ήταν γληνόγλυκο πολύ,
το φιλί που, ένα τέταρτο αργότερα,
στο ήσυχο νεανικό δωμάτιο,
από απόλαυση ασήκωτη θα μ' έκανε να ανοίγω
τα σκέλη μου ατέλειωτα,
ατέλειωτα να θέλω να ανοίγομαι,
ταπεινωτικότατα να δοθώ !







ΣΤΑΘΜΟΣ

η νυχτερινή αμαξοστοιχία μόλις έφυγε,
στο κενό πέφτει ξαφνικά η άδεια αποβάθρα.
μείναμε λίγοι : άτονα βήματα πάνω-κάτω
σέρνουν τη νύχτα από κάθε κρυφή γωνιά
προς μάτια που κάτι ακόμα αναζητούν :

άλλος στέγη, άλλος παρέα, άλλος με
καυτή σάρκα επαφή, άλλος ηδονή παράφορα
ιδιότυπη, άλλος την ευκαιρία γι’ απάτη
και κλοπή.

βαθμιαία τα βήματα καταλήγουν σε ακινησία.
η πλάτη στον τοίχο αλλά βαρύ φορτίο
το κεφάλι.
απ τους δυό τρεις, σε ποιόν θα πέσει ο κλήρος
να γίνει πρόξενος ηδονής, σύντροφος ηδονής,
φίλος για μια νύχτα
στο φτηνό ξενοδοχείο απέναντι ;

γυμνοί στο κρεβάτι
με κερασμένες λέξεις, τί έχουμε να χάσουμε ;







ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ

ελαφροέτρεχε
στη χλόη της νησίδας,
θεός εφήβων σ’ έναν κόσμο μηχανών,
προπόνηση να προλάβει;
ή για ανταγωνισμό με τ’αυτοκίνητα
σειρές ατέλειωτες σε κίνηση αιχμής…
ελαφροέτρεχε.

κι όλο πιο ξεκάθαρα,
απ τον καθρέφτη, ή στα πλάΙ μου κοντινά,
μπροστά μου έπειτα σαν έκλεινε ο δρόμος πιο πολύ,
τον παρακολουθούσα
ταραγμένος από άκρατη επιθυμία
αυτό το σώμα να σφίξω πάνω μου, με τους μυώνες αυτούς
να σμίξω να χαθώ
να παραφέρνομαι ξέφρενα.

βγήκ’ απ’ τ’ αυτοκίνητο,
πίσω του έτρεξα στην πράσινη νησίδα,
και φτάνοντας στο ύψος του
τον έπιασα στον ώμο
και χαμογέλασα.

σαν από ένστικτο κατάλαβα
πως χέρι στον ώμο και χαμόγελο θα τάλεγαν όλα.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011


ΝΑΞΟΣ 

στη Νάξο του Απόλλωνα, στη Νάξο του Δία,
στη Νάξο των κέδρων της ερημιάς,
εσένα βρήκα, τον άγνωστο, Μάιο μήνα,
το στρατιώτη που μόλις απολύθηκε,
το νέο άνδρα με τα σχέδια τα πολλά
για καλοκαίρια ξέφρενα, χειμώνες στην Αθήνα.
- εσένα βρήκα, κι όλο νοτιότερα τα βήματά μας
κυνηγούσανε τον ήλιο
για άμμο πιο ζεστή απ τη φωτιά των χεριών μας,
για φως πιο δυνατό απ το φως των ματιών μας,
για ηδονή πιο πυκνή
από δυό κούρων σώματα.



ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ

τα αγόρια των ένδεκα
που παίζουν στις γειτονιές
ποδόσφαιρο, κυνηγητό,
με κρυφή συγκίνηση τα κοιτάζω, τα ζηλεύω, τα παρατηρώ.
σώματα προεφηβικά, με κάτι απ τη χάρη την επερχόμενη
των πελώριων ερωτηματικών στα μάτια,
τη χάρη των ιερών αγαλμάτων κατ εικόνα κι ομοίωση,
τη χάρη τη τραχειά των πρώτων σκληρών μυών.

μα ανυπόμονος δεν είμαι.
τα χρόνια κυλούν,
κάθε καλοκαίρι νέα παλικάρια θεριεύουν στις ακτές και δρούν,
νέα μάτια με ζωηράδα ύποπτη
απάντηση γυρεύουν, μέθη δυνατή, τα χάδια τα παράτολμα
στην άμιλλα για την κατάκτηση κι άλλης
κι άλλης ηδονής.



ΝΕΑ ΣΟΔΕΙΑ

κι έφτασε η άνοιξη!
κι έφτασαν οι ώρες του έρωτα
μέσα στα βράχια!
πάνω στην άμμο!
με τον ήλιο συνεργό και θεατή!

έφτασαν έφτασαν οι έφηβοι οι φίλοι μου
έφτασαν.
βήματα προσεκτικά ακόμα,
η πρώτη απορία του γυμνού σώματος στο φως.
ρίξε κι ένα βλέμμα προς τα δω,
και μετά το κολύμπι στην κρύα ακόμα θάλασσα,
με τα μάτια κλειστά
να μη σου φύγει το όνειρο,
αφέσου στη ζάλη της ζεστής αγκαλιάς,
στο κάλεσμα της ηδονής.
και τέλος γίνε θεός καταδεκτικός
κι όλως δικός μου
φίλε.



ΝΕΑΡΟΣ ΝΑΥΤΙΚΟΣ

ξαναπέρασα χτες από τη γωνιά
τη γωνιά μας.
κι ενώ ακόμα βρίσκεσαι
στην άλλη άκρη του κόσμου,
σε είδα εκεί να κάθεσαι, εμένα περιμένοντας,
τα χέρια σου στο τραπέζι, όπως τότε,
αν θυμάμαι καλά,
τα μυώδη χέρια σου μπροστά σου στο τραπέζι,
του ήρεμου κατακτητή τα μάτια ήδη
για κατακτήσεις άλλες, του αύριο, μακρινές...
κι εγώ να καίγομαι
από την αδυναμία να κίνησω τα δικά μου χέρια
καρφωμένα στο πλάι.

κάθε απόχρωση του λόγου είχε εξαντληθεί,
μόνο τα χέρια μας ακόμα κάτι μπορούσαν...

ξαναπέρασα χτες από τη γωνιά
τη γωνιά μας.
αλλά από το κρύο, αλλά από τη βροχή
απότομα έτσι όπως σε είδα και σ’ έχασα,
δεν ένιωσα πια τι νιώθω.



ΝΕΟΛΑΙΑ ΣΥΝΕΝΟΧΗ

το νησί συνεχίζεται.
το νησί έγινε κατάσταση.
το νησί με θέλγει με χίλια νήματα ο τόσο γοητευτικά
που δεν μπορώ να αντιδράσω,
να πω ένα όχι ηχηρό
- που θα κάνει τους πάντες να γελάνε.

όλοι με μάθανε.
και χωρίς φύλακα με αφήνουν στις αναβάσεις του βουνού.
στη βραδινή βουή της παραλίας
πολλά μάτια με βλέπουν με το ίδιο μου το βλέμμα,
και το νόημα γίνεται νήμα
που με δένει και με κρατάει.

ως πότε, νησί, θα είναι η νεολαία σου
συνένοχη;

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011


ΚΕΡΟΣ

ασκητές του καλοκαιριού
με υπνόσακκο, νερό και τρόφιμα ελάχιστα
φτάσαμε στην Κέρο το γαλάζιο βουνό.

τ' απόγευμα έσβηνε, μιλούσαμε δυνατά
στη μοναξιά μας.
λέγαμε, ξαναλέγαμε όσα για αρχαίους κατοίκους
είχαμε διαβάσει, για σχήματα γεωμετρικά
για τα είδωλα τα ειδώλια,
κι όσα άγραφα, με το νού μας:
αρχαίων αγοριών την ομορφιά, τον έρωτά τους,
κρυφά θα σμίγανε στην ίδια αυτή μικροαμμουδιά
στην Κέρο το γαλάζιο βουνό.

με την έπαρση ξεχάστηκε ο φόβος ο παρασκηνιακός,
και στο ηλιοβασίλεμα
ψίθυρος πια η φωνή μας, οι λέξεις αραιές.
μια ηρεμία σαν μύρο, ηδονική, είχε απλωθεί.

ηρεμία τόση
που μόλις με τα πρώτα αστέρια,
και σαν με λύπη για κάτι που αμετάκλητα χάθηκε,
ενώσαμε τα χέρια μας, κοιταχτήκαμε στα μάτια
με στοργή πιο πολύ παρά με πόθο,
κι αφεθήκαμε...

νέοι ασκητές του καλοκαιριού,
στην Κέρο, το γαλάζιο βουνό.



ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ

ένα ημίφως σα σκόνη
γέμιζε την αποθήκη,
πέντε βήματα μέσα μπήκαμε
πιασμένοι πια απ’ το χέρι.
οι έρημοι δρόμοι, το άγχος, τα βιαστικά μας βήματα
κλειδώθηκαν έξω.
η αντήχηση του σύρτη
ακόμα παλλόταν, είμαστε μόνοι:
δυό κόμβοι ανάσα, καρδιά κι ορμή.

γδυθήκαμε τα λίγα
με χάδια σχεδόν μπηγμένα, δυνατά φιλιά με γλώσσα ανυπόμονη
γι’ άλλα φιλιά.
ένοιωθα τη ζωή μου ν’ αλλάζει πορεία,
το σώμα μου, δεν το όριζα πια.
τα δευτερόλεπτα ανακάλυπταν άγνωστα αποστάγματα ηδονής,
κι όταν είδα τα χέρια μου σ’ αντιστήριξη στον τοίχο,
κι η θέρμη του συντρόφου μέσα μου στον τοίχο σαν να είχε μεταδοθεί,
σιωπηλά ικέτευα, ψιθυριστά ικέτευα, δυνατά ικέτευα
η ώρα να μην τελειώνει,
η ώρα να μην τελειώνει…



ΚΟΛΩΝΑΚΙ

τοποθετήσαμε με προσοχή
ω με τί προσοχή
λέξεις πολιτισμένες στην κόψη του μαχαιριού.
κακολογήσαμε συγκαταβατικά φίλους κι εχθρούς.
καταστήσαμε την ασέλγεια αρετή,
την ειρωνεία δείγμα στοχασμού,
τη διαστροφή φιλία.
εύκολη η ζωή
όταν πίσω απ το ποτήρι κρύβεσαι με άνεση,
κρύβεσαι με την άνεση της αρχοντιάς
που τρέμει εκείνη την άγρια ηδονή
όταν ξεσπάει για να χαθεί μες απ τα χέρια σου.

ανεπανόρθωτα,
επειδή ήσουνα ξανά και ξανά ανειλικρινής.



ΚΟΡΙΝΘΟΣ

δεν γίνεται να μη σηκώνουμε
το βλέμμα στον Ακροκόρινθο
σε κάθε πέντε βήματα.

δεν γίνεται να μη σκεφτόμαστε
εταίρες και νέους, νέους με το νου
στην εβδομαδιαία ανάβαση.

δεν γίνεται να μη θαυμάζουμε
κάτω τον Κορινθιακό, και πάλι νέους
να σκεφτόμαστε, στη θάλασσα
με τους νέους παιχνίδια πονηρά.

δεν γίνεται να μη ρωτάμε τα μάρμαρα
τα μύρια όσα των καιρών,
και το χαμόγελο-αίνιγμα νεαρού επισκέπτη
απέναντι

όλα να τα λέει.




Τρίτη 1 Μαρτίου 2011






ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ

την πιο κρύα μέρα του χειμώνα,
με την άνοιξη, νά: στην άκρη του μονοπατιού,
μεσημέρια καλοκαιρινά οριοθετώ
για ώρες πολύ κλειστές,
σε αμμουδιά ονειρική σχεδόν έρημη και προφυλαγμένη.
και τα άγρια δάχτυλά μου της ηδονής
πότε στην άμμο χώνω βαθειά,
πότε στα σγουρά μαλλιά σου,
το αναπόφευκτο φθΙνόπωρο να εξορκίσω.



ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ 

ήταν μια σύντομη ζεστή βροχή.

ντροπαλά να προφυλαχτείς είχες έρθει
στην εσοχή εδώ:
πλάτη, χέρια, ώμους βρεμένους,
και πόδια με άσπρη την άμμο κολλημένη
σε μύες και τένοντες μελαχροινούς
από μακρύ κι εφηβικό καλοκαίρι.
κοντά-κοντά καθίσαμε, μή φτάσουν οι σταγόνες.
σ' ένα τυχαίο άγγιγμα, στα λόγια πολλά πνιγμένο,
ελάχιστα τραβήχτηκες, να κάνεις χώρο τάχα.
αμέσως ο λόγος στέρεψε, ακούγαμε τη βροχή.
ανάσαινα βαθιά, τη Μοίρα να μαντέψω,
η ώρα η επόμενη πώς θάταν, η αντίδρασή σου, αν...
και πέφτει η βροχή και πέφτει σιωπηλά κι αραιώνει.
το χέρι μου δειλά γλιστρούσε στο μηρό μου,
σαν χάδι αφηρημένο, μα πιο δεξιά σα να μή μπορούσε.
και μείναμε έτσι, λίγο,
ώσπου
αυθόρμητα την ίδια ακριβώς στιγμή
με ήλιο νεόκλητο να λάμπει στα μαλλιά, στα μέτωπα,
γυρίσαμε και κοιταχτήκαμε, το βλέμμα θολό ήδη,
μισάνοιχτο το στόμα, γλώσσα βαριά
κι αχ ανάσα πνιχτή
από στύση αβάσταχτη.




Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011




ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟΣ ΟΡΓΑΣΜΟΣ 

ναί, τοίχοι λιγδιασμένοι,
ναί, φώτα σκοτεινά.
ναί, μυρουδιές σκουπιδιών κι ιδρώτα.
ναί, οι ψίθυροι των άλλων απ' έξω.
ναί, οι σκιές των ποδιών να κινούνται σιγά.
ναί, η γλώσσα μου να καίει, στους μύες σου απάνω κάπου να καίει.
ναί, τα χέρια μας να μη φτάνουν.
ναί, η απάντληση της ηδονής να μη φτάνει.
ναί, να μή φτάνει, τα σώματά μας να μή φτάνουν,
κλειδωμένα το ένα με τ' άλλο,

για το σαν απειλή, σφαδάζοντα οργασμό!



ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ

σ’ έναν άτλαντα παλιό
κι από χάρτη σε χάρτη,
θάλασσα προς θάλασσα
ταξίδεψα μαζί σου στην άκρη του κόσμου.
λιμάνια, νησιά αναδύονται,
γεμίζουν με άγχος και προσδοκίες την εύθραυστη μέρα.
έγινε και το πλοίο ένα γνώριμο νησί χωρίς προορισμό.

γιατί προορισμός είναι πάλι η επιστροφή,
ο παλιός μας κόσμος.
εύκολη πατρίδα δεν θα βρεθεί.
τόξερες αυτό.
όσο και να συλλαβίσεις εξωτικά ονόματα,
ξένος δεν γίνεσαι, ξένος δεν γυρίζεις…

στο χάρτη ήδη ακολουθώ - αγωνία γεμάτος -
το δρόμο της επιστροφής.
πιο οικεία ηχούν τα ονόματα.
μπήκες στη Μεσόγειο,
πέρασες το Ταίναρο,
αγναντεύεις τον Πειραιά.
ήρθες.

έλα,
κλείσε εσύ τον άτλαντα, τους χάρτες,
σβήσε απ τα μάτια μου τις θάλασσες
κι ας αγαπηθούμε…



ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ

χρόνια κι ακόμα χρόνια θα περάσουν.
η ηδονή έμεινε στον ίδιο τόπο
λίγα μέτρα από τη θάλασσα.

χρόνια κι ακόμα χρόνια θα περάσουν.
οι ίδιοι, πάντα ίδιοι νέοι θα προσφέρονται.
χρόνια κι ακόμα χρόνια να περάσουν.

στον έρωτα της αρετής
χαμένη χρονιά ούτε πόλεμος αφήνει,
μάρτυράς μου τα χρόνια
αρχαίων αγαλμάτων
κι επιγραφών.

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011



ΕΞΑΡΧΕΙΑ

πολυκατοικίες περνάν αγέρωχα.
αυτοκίνητα περνάν εχθρικά.
άνθρωποι περνάν απρόσωπα.
νέοι άνδρες περνάν, ο δρόμος βαθμιαία δίνει στα μάτια μου ρυθμό.
στο βάθος περπατάει ένας νεαρός νωχελικά,
με ρούχα πρόχειρα, που σχεδιάζουν
περίγραμμα τέλειο, άγαλμα ηδονικό
τόσο, που με κόπο κλείνω το στόμα μου,
με κόπο πια βαδίζω - κι όπως ζυγώνει
είναι όλος χρώμα, όλος κίνηση, όλος πρόκληση,
ο ήλιος στο δρόμο όλος ερεθισμός.




ΕΞΟΥΣΙΑ 

... κι όπως από διαίσθηση βαθύτερη
για κάτι εκθαμβωτικά ωραίο,
το βλέμμα μου σ' εσένα έπεσε,
τόση ομορφιά να χωράει σ' ένα σώμα,
τόση αθώα ερωτική πρόκληση,

θυμός το θολό μυαλό μου διαπέρασε :
να μην έχω, να μήν έχω εξουσία υπέρτατη
που να μου δίνει, χωρίς αντίσταση - με προθυμία; -
αυτό το σώμα,
γιατί, γιατί να πρέπει τόση ομορφιά,
τόση ηδονή να χάσω;

κι αν το βασίλευμα εκείνο, φυσιολογικά
με τη γοητεία της ώρας, μας έφερε κοντά
γρήγορα να αγγιχτούμε, γρήγορα να εκτινάξουμε
αποθέματα ηδονής απροκάλυπτης
με το αχόρταγο πάθος μου για τη γραμμή την τέλεια
του σβέρκου και των ώμων σου,
των σαν αποκάλυψή σου μηρών!

άχρηστη, μακριά η σκέψη μου του θυμού,
γελοία δίπλα στη δική σου εξουσία...



ΕΠΑΘΛΟ

από τους δυό με είδε ο νεώτερος - που γνώριζα,
και σ' ένα νεύμα του,
συνωμοτικά κολυμπώντας χωρίς παφλασμό
αποκακρύνθηκα
με έκπληξη και πικρία.

τί κι αν μέρες πριν το νεαρό αυτό
τα μάτια μου, καίγοντας, είχαν σημαδέψει
στην απόμερη ακτή…
σ' απόσταση λίγων μέτρων το σώμα του
- νεαρού πολυαθλούμενου το σώμα -
για ώρα, με καυτές ματιές,
με συρτά χάδια, τυχαία τάχα,
στις θηλές μου, στους μηρούς, κι αργά-ηδονικά στην ήβη,
συνεσταλμένα αρχικά, αναίσχυντα δηλωτικά στο τέλος,
την προσοχή του ζητιάνευα,
μα αγέρωχα αλλού το βλέμμα του.
ουδέτερα, αδιάφορα με κοίταξε μια-δυό.
κι απομακρύνθηκε.

όπως τώρα απομακρύνθηκα εγώ.
κι η απορία να με λιώνει: πώς μ’ αυτόν,
μ' αυτό τον άχαρο το μεσήλικα,
κι όχι με νέο της ηλικίας του σχεδόν,
σφρίγος με σφρίγος, η χαρά του ματιού
για την καλλίγραμμη μέση αλλήλων,
τα ίδια τα αρωματικά τα χνώτα,
ίδια αντοχή επάλληλα, ίδιος γνώριμος ρυθμός:
με μένα, γιατί όχι;

σήμερα, μεσήλικας ο ίδιος,
τί κι αν χωρίς παραδοχή του χρόνου, ατέρμονα νέος,
τα τότε κατανόω.
η ανάμνηση δεν πληγώνει πια:
νεαρός, ωραίος σαν λίγοι απόψε ο σύντροφος,
στην άρνηση της φθοράς, έβηφος το έπαθλο !

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011



ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΕΝΤΕ ΧΑΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

πέντε χαμένα ποιήματα
χάσκουν στο χαρτί,
άδειες από τίτλο γραμμές
σε γεμάτη σελίδα
με πυκνές ημερομηνίες κι αναφορές.
έναν τίτλο βέβαια συγκρατώ,
αμυδρά μια περιγραφή αμμουδιάς στην Κύθνο,
δάφνες, κι αγόρια μεγάλα
να παίζουν, να παλεύουν, να φωνάζουν,
εδώ εκεί να τρέχουν,
κι αργότερα η αποχώρησή τους με το ηλιοβασίλεμα.

αλλά οι στίχοι χάθηκαν.

το μεγαλύτερο αγόρι πάντως
δεν έφυγε με τους άλλους.
γιατί βαθιά στη μνήμη μου
ευλαβικά κρατάω, και τώρα ακόμα σαν
κατάσαρκα, τη δύναμή του,
τη βαθιά και των δυό, σαν οργή στην κορύφωση,
εκρέουσα ηδονή.



ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ

με τα χρόνια θα γεράσω.
το πρόσωπό μου, από επιθυμητό,
τα χείλη μου, από προκλητικά,
η ματιά μου, από θερμά πονηρή,
θα χάσουν αργά-σταθερά την ερωτική τους λάμψη.
οι τότε νέοι, από ευθύ φωτεινό βλέμμα νέου
θα αναθερμαίνονται ξανά και ξανά.

με τα χρόνια, θα γεράσω.
αλλά όσο μπορώ
θα κρατάω το πνεύμα μου νεανικό,
το σώμα μου ευλύγιστο, όσο μπορώ το σώμα μου
τουλάχιστο σωστό, ερωτικά αποδεκτό.

για να μην καταντήσω στο ψυχρό "πόσα θες;"
για να μην καταφύγω,
σοφός ίσως ναί, αλλά διψασμένος όσο ποτέ
για ένα έστω άγγιγμα,
στα αρχαιολογικά μουσεία, όπου τ' άγια τ’ αγάλματα,
όπου οι κούροι,
για ν' αποθαυμάζω τα σώματα περασμένων περιπτύξεων,
στο μάρμαρο να καθηλώνομαι
να αποθαυμάζω
την αιώνια άνοιξη του έρωτα στην ήβη των παλικαριών.



ΕΝΑΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

τα πρόσωπα της καθημερινότητας
έχουν αλλάξει.
οι φίλοι γίναν έχθροί
κι οι εχθροί φίλοι.
στην αλλαγή αυτή
λιθάρι φταίω κι εγώ.
το παρελθόν μου
έγινε σαν ενός ξένου παρελθόν,
τα γραπτά μου, από κείμενα,
αντικείμενα επιμέλειας,
αναμνηστικά…

κι εσύ, φίλε μου, αγόρι μου,
που μέσα σ’ ένα χειμώνα
τόση πίκρα, τόση ελπίδα, τόση χαρά προκάλεσες
και τ’ αγνοούσες,
πώς μ’ άλλαξες:
πώς;

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011



ΔΟΝΟΥΣΑ

μικρό και μακρινό νησί,
ποιό άγαλμα εφήβου ξεχασμένο
ζωντάνεψε εδώ χτες;

στο γυμνό, κατάγυμνο μαρμάρινο ακρωτήρι
στήσαμε βακχικό χορό.
το σύμπαν απόν, η Νάξος ανήμπορη, μακριά.
καλέσαμε γεύσεις αναιδούς ηδονής
που με τον ήλιο άδολο τάχα σύμμαχο
μας εξουθένωσαν.

αλλά η νύχτα, στο δωμάτιο από γαλάζιο και λευκό,
χάδια έφεύρε κι άλλα, οίστρο μυστηριακό,
και μόνο προς το ξημέρωμα
δοθήκαμε στον ύπνο, ένα σώμα,
στ' άποβατευμένα σεντόνια δυό σατύρων σκιά.




ΔΩΡΟ ΗΛΙΟΥ ΚΙ ΑΝΕΜΟΥ

άνεμος ηλιόντυτος
σαρώνει την ακτή.

από απάνεμη γωνιά σε βλέπω να πλησιάζεις,
την ψάθα, τα ρούχα σου δεμάτιο στο χέρι.

άνεμος ηλιόντυτος
παρέα ζηλευτή μου φέρνει.

μικρή η απάνεμη γωνιά, αλλά όπου ψάθα
χωράν και δυό κορμιά.

άνεμος ηλιόντυτος
στ' αυτιά μας χίλια λέει.

στην απάνεμη γωνιά μας λακωνικός ο λόγος:
μ' ένα χάδι σβήνει η απόσταση, χέρια σκληρά
μετουσιώνονται σε άκρατη αγαλλίαση,
χείλη γεύονται χείλη άπληστα.

άνεμος ηλιόντυτος.




Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011




ΒΡΥΣΗ 

... κι όπως πλενόταν πρόχειρα
σκυμμένος στη βρύση,
να φύγει η μαρμαρόσκονη
από χέρια, ποδιά, πρόσωπο,

πλησίασα με δέος, με δίψα οδύνης,
να μ' αγγίξει το νερό,
- το νερό όπως έτρεχε απ το χέρι του,
κάνοντας το χρώμα των μυώνων τέλειο μελαχροινό -
στα παιχνιδίσματα με το νερό
να τον πλησιάσω πιο πολύ.

κι όταν ορθώθηκε μπροστά μου,
ανοίκεια κοντά, μια ανάσα τόπος,
σαν ταπεινός, χαμογελαστός θεός,

ήξερα πως ζω την ώρα την καλότυχη της μέρας,
την άκρα κατάκτηση.








Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011










ΑΠΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΔΟΥ

ωχ το αγόρι το σχεδόν έφηβος!
αχ ο έφηβος πολύ παιδί ακόμα!
με τί μάτια με μάτωσε ο έφηβος-παιδί!
διέγραψε ένα γύρο ο κόσμος
η βοή μιάς μουσικής, φωνές
εξαφανίστηκαν όλα.
τέλος η όρεξή μου για εδέσματα εκλεκτά,
μόνο κρασί το πιο κόκκινο.
κοιτάζοντάς σε κλεφτά, να μιλάς ανέμελα
με μάνα και θείο και γυναίκες άλλες
- άνδρα δεν βλέπω στο τραπέζι σου -
κοιτάζοντάς σε να τρως με κάπως ανοιχτά
τα χείλη, λαίμαργα να τρως,
μη συνηθισμένος θα είσαι ακόμα
στα νέα σου δόντια του αγριμιού,
στο νεό ερωτικό σου στόμα.
και το κρασί γουλιά γουλιά
να πλάθει χάδια, ρίγη, άγρια στύση
στο σώμα σου δίπλα μου γυμνό…

έφυγες φυσικά
αρκετά γρήγορα με όλο το συρφετό.
- από Μακεδονία τα λεωφορεία της εκδρομής -
και μέχρι να βγεις να πασχίζω να μαντέψω
ποιά, από το κρασί, σού έταξα ηδονή,

να μαντέψω ποιό του κρασιού το σώμα
και ποιά η σμίλη η ζηλευτή
κάτω από το ρούχο.

αργότερα πολύ σαν επανέφερα σε άλλον κόσμο,
πολύ αργότερα,
σπονδή επαναφοράς σε ώρα και τόπο,
άφησα φιλοδώρημα αρχοντικό στο τραπέζι.
κι ο εικοσάχρονος νέος που το μάζεψε
με τονισμένο ευχαριστώ
και ίσως πρόθυμα πονηρός,
μεγάλος μου φάνηκε,
μεγάλος.



ΑΠΟ ΝΗΣΙ ΣΕ ΝΗΣΙ 

στη Σύρο
μ' ένα στρατιώτη
έκανα παρέα δυό βραδιές.
σ' ένα δωμάτιο με πρόσωπο
νεοκλασικό,
που στα γυμνά μας μέλη τα ηλιοτροπικά
αταίριαστο...

φιλιά με μισοσκότεινες γύρω γύψινες διακοσμήσεις,
και πόσο ατέλειωτο το ύψος του τοίχου
όταν ξαπλωμένοι ανοίγαμε τα μάτια
ερευνητικά για νέα αρχή.

δυό βραδιές
συμβατικά χαρήκαμε ο ένας τον άλλον,
συμμετρικά,
αλλά ο νούς μου
στο φώς το γυμνό, στο εξάκτινο φώς στα μαλλιά
του έφηβου σταφυλοδρόμου της Θήρας
έτρεχε...