Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαπφώ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαπφώ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011


ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

στη θάλασσα,
στη γωνιά μου την προφυλαγμένη, γυμνός
σαν φυσικό στοιχείο,
αλλά με πόσα δικά μου αντικείμενα γύρα μου :

ψάθα διπλή, πολύχρωμα προσόψια,
το τελευταίο αντιηλιακό,
διπλωμένα τα ρούχα μου στην άκρη,
τα πέδιλά μου πρόχειρα,
αλοιφή κατάλληλη και προφυλακτικά.

δίπλα στη θάλασσα όλα, δίπλα στα βράχια,
σε γυμνά σώματα ηλιοπόνητα δίπλα
παράταιρα, ανοίκεια πράγματα.

και περιμένω σαν αράχνη στον ιστό
τα θύματα,
τα αγόρια με το χάος των ορμών
τα αγόρια σ' έμμονη αναζήτηση του έμπειρου συντρόφου,
τα αγόρια με τη δίψα για αλλοιώτικη, βαθύτερη ηδονή,
τα αγόρια τα θεοχάρακτα
που από άνδρα κυνικό, αράχνη μάλλον ύπουλη,
των ηδονών ιεροφάντη κυρίαρχο,
έφηβο θα μ'αφήσουν, έφηβο τρωτό.





ΜΗ ΞΕΡΟΝΤΑΣ, Ή ΑΤΟΛΜΑ...

το απέναντι σπίτι έκοψε στα δυό
όλη μου την κινητικότητα,
και με τις ώρες παραμονεύω στο παράθυρο.
με προφάσεις χίλιες κάθομαι δω
και κοιτάζω
και κοιτάζω
και φαντασιώνομαι.

μάταια ίσως, μάλλον μάταια.
τα όνειρα, όνειρα θα μείνουν.

αλλά αυτό το ανθισμένο εφηβικό σώμα
μια ακόμα φορά να δω καλά.
να χορτάσω αυτή την κίνηση του χεριού στα μαλλιά,
να ξαναδώ αυτό το κεφάλι
αυτό το στήθος, και...
και,
ανέλπιστη στιγμή – θεοί! -
αυτά τα μάτια να με κοιτάζουν
έκπληκτα, για την επιμονή των ματιών μου
στους γυμνούς, ηλιοκαμένους μηρούς,
τα μάτια σου τα μαύρα να με κοιτάζουν

μη ξέροντας, ή άτολμα…



ΜΗΘΥΜΝΑ

οι στέγες όλες
προσκυνούσαν με αγχομαχητά
την κορυφή.
ο άρχοντας και ο πολύς λαός
να έσμιξαν ποτέ;
χωρίς φρουρά
χωρίς τελετουργίες;
ρωτάω τους δυό συντρόφους μου νεαρούς
- νέοι πολύ, υπέρ το δέον νέοι,
παιδιά μεταναστών και πρόθυμα
για κάθε τί
που θα παρέτεινε για δυό τρεις μέρες
την παραμονή τους στο νησί -
αν ήσουν άρχοντας εσύ
μ’ ένα στρατιώτη δίπλα σου
θα χάιδευες εμάς;

οι εποχές πώς άλλαξαν,
η ώρα πώς περνάει:
πρωί όπως τους διάλεξα
σαν άρχοντας μιλούσα.
τώρα το απομεσήμερο, μετά την πρώτη μέθη,
με ειρωνία η απάντηση στην άστοχη ερώτηση.
κι απόψε η αυθάδεια, το ξέρω,
θα σκιάσει και των δυό την ομορφιά.
θα χαίρομαι ανήσυχα την ηδονή
κι αν αύριο δεν διαλύσω την παρέα
μπορεί και να παιχτεί
της ιστορίας το γνωστό αιώνιο δράμα
του προδομένου άρχοντα
και του όχλου…

τί λες κι εσύ, Σαπφώ;

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011


ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ 

τα χέρια του τα χυμώδη, κούρου αρχαίου,
φτυαρίζουν φτυαρίζουν στον ήλιο.
η θάλασσα ένα βήμα.
θα περάσει από δώ να δροσιστεί,
από μένα θα περάσει, που με υπομονή και θαυμασμό
τον παρατηρώ, με θαυμασμό ανυπόκριτα ερωτικό.
η θάλασσα ένα βήμα, ασήκωτος πειρασμός.

αφού κι εκείνος, ορθοτανυόμενος πότε-πότε
προσεκτικά προς τα δώ κοιτάζει,
κι έπειτα φευγαλέα χαϊδεύεται.
θάλασσα ηλιόφιλη στων δυό μας τα μάτια,
θάρθει, θάρθει από δώ, αναμμένος εν κινήσει κούρος,
από δώ, από μένα, να δροσιστεί...




ΔΟΚΙΜΗ 

έφτασε Ιούνιος με
την αμηχανία των τριών νέων εφήβων
στη θάλασσα ακόμα φανερή.
το γδύσιμο αργό, σαν ανόρεχτο,
με καίριες προφυλάξεις
να μήν δω τί;

να μήν δω τί;
αφού την άνοιξη αυτή που άχαρα πέρασε
άνδρες έγιναν, άνδρες υπ’ ατμόν
που επαφή γυρεύουν, αδιάκριτα,
για ξέσπασμα.

για ξέσπασμα.
κι από μνήμες ήδη παλιές
μα πάντα ζωντανές, χειρονομίες
αντλώ, καλέσματα μισοαθώα,
λόγια-πειρασμούς.
γίνομαι το σώμα για δοκιμή πρώτη,
για πρώτη αναμέτρηση.

ηδονή αδέξια μα, στον ένα τους, καίρια
αρκετά για να υπόσχεται, με το βλέμμα του κατακτημένου,
πως και μόνος, αύριο κιόλας, εδώ θα ξανάρθει.