Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πειραϊκή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πειραϊκή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011


ΤΕΛΟΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ 

ξάπλωσα σ' έναν ήλιο απάνεμο
ζεστό του φθινόπωρου.
καλακαίρι θρυλικό από το σώμα μου πέρασε
χωρίς ν' ασφήσει ίχνος
άλλο από κορεσμό επιθυμιών,
καταλάγιασμα κυνηγιού.

κι αν έφτασα και σήμερα εδώ
είναι γιατί τα αγόρια του καλοκαιριού
έγιναν μελαχροινά πολύ, ακαταμάχητα.
τα συμβατικά τους οράματα ηδονής
σ' εκατό πενήντα μέρες ήλιο καυτό ξέφτισαν
κι η ορμή τους τώρα
άλλα ζητάει,
τα πέρα απ αυτά που λέγονται
με κομπασμό σε κλειστή-κλειστή παρέα,
τα βήματα τα αδήλωτα στο άγνωστο :

ηδονογένεση των άκρων
σε δόσεις μικρές, και να κρατάει,
και να κρατάει...











ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ

τους θεούς παρακαλούσα
να με σπλαχνιστούν.
μήνυμα δεν ήρθε, φίλος δεν φάνηκε.
τους θεούς παρακαλούσα.

βάδιζα με τον ήλιο,
ανθρώπους πολλούς να συναντήσω.
ελάχιστοι μου μίλησαν, κανένας δεν μου γελούσε.
βάδιζα με τον ήλιο.

σκεφτόμουνα με τις ώρες
διάφορα φιλοσοφικά συστήματα
- αν όχι σύστημα, τί μου λείπει; -
ηρεμία δεν έβρισκα, όλο πιο βαριά η σιωπή.
σκεφτόμουνα με τις ώρες.

κώνειο σ’ ένα κύπελλο
- ασημένιο το κύπελλο - για κάποιο τέλος.
ασημένιο αφού ήταν, δεν το ήπια, δεν θα το πιω.
άγρια χαρά σ’ ένα κύπελλο.

και μόλις έτσι νίκησα
ήρθες εσύ.
έσωσα τον εαυτό μου, δεν βοήθησες εσύ.
αλλά ήρθες, κάτι είναι κι αυτό.



ΤΟ ΛΙΒΑΔΙ

το λιβάδι :
από τα λίγα μέρη με αντίκρισμα ερωτικό μακριά από τη θάλασσα.
είχαμε πέσει στο πράσινο ακόμα χορτάρι του πρώιμου καλοκαιριού.
ποώδεις άκρες χάϊδευαν τα γυμνά μας χέρια, το λαιμό μας,
σε λίγο το γυμνό μας στήθος,
και την πλάτη μας προκλητικά έγλειφε ο ήλιος.

πληρότητα η ζωή, με το φίλο σου πλάι σου τέτοια μοναχική ώρα !

η φύση ήταν όλο ένταση. 
νους και σώμα κινούνται ανήσυχα.
ένταση απλώνεται. 
εικόνες επιθυμιών πρωτόγνωρες ανάβουν.
τάχα πως δεν χορταίνω το θαυμάσιο γύρω μας τοπίο,
κρυφοπαρατηρούσα τους μυς σου τους ηλιόχυτους...
λέγοντας και γελώντας καπώς άσχετα.

τους μυς σου τους ηλιόχυτους των ώμων,
της πλάτης σε καμπύλη τέλεια, ως τη ζώνη σου.

κι ας έλεγαν τα χείλη μου λόγια ανάλαφρα,
τα μάτια μου βάραιναν, θολά βάραιναν, και το στόμα μου
γέμιζε ήδονή, γέμιζε ηδονή τόση
που έπαψα λόγια να προφέρω.

κάτω από το σώμα μου το λιβάδι είχε γίνει η πιο ηδονική κλίνη.
βαριά, οδυνηρά δυνατά χτυπούσε η καρδιά μου στη σιωπή !

τότε μίλησες εσύ.
ταραγμένες φράσεις, τις έλεγες ανάλαφρα και χαμογελαστά.
ταραγμένα λόγια, και δεν κατάλαβα ο έρημος,
πως ίδια ήταν η ταραχή και των δυό, ίδια θολή ματιά,
ίδια η ροή της ηδονής στο στόμα,
ίδια η λαχτάρα και των δυό για στενότερη επαφή, ίδιος ο καημός.

ήθελα να σ' αγκαλιάσω, μα φοβόμουνα.
ήθελες να μ' αγκαλιάσεις, μα φοβόσουνα.

κρατούσαμε τη μοίρα στα χέρια μας, μια μοίρα κοινή,
δευτερόλεπτα μόνο:

αλλά μπροστά στο αβέβαιο: μην τραβηχτεί ο άλλος,
μη σπάσει ο ψυχικός δεσμός χρόνων, και φωλιάσει ντροπή
σε κάθε μας λόγο, από αύριο σε κάθε μας κίνηση,
με κόπο ανείπωτο, κλείσαμε τα μάτια, είπαμε όχι,
και η μοίρα, ανελέητη, προσπέρασε...

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011


ΠΡΟΣ ΝΟΤΟ

με πονοκέφαλο
σε αμαξοστοιχία νυχτερινή.
ταξίδι ατέλειωτο προμηνύεται.

στο στενό διάδρομο η απόδραση,
αλλά το φως εχθρικό.
και προχωρώ από θάλαμο σε θάλαμο,
όπου όλοι κοιμούνται, πολλοί μαζί
στα σκοτεινά, μια μάζα.

ώσπου
ναί, μόνος αυτός, νέος, άγρυπνος,
ο θάλαμος στο φως.

μια θέση για μένα, φίλε;
περίμενε, να φέρω τα πράγματά μου,
μην αφήσεις άλλον να μπει...
οι δυό μας, εντάξει;

ατέλειωτο ταξίδι προμηνύεται
νύχτα διάπυρη
με σβηστό
φυσικά
το φως...







ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΡΗ ΝΕΑΡΟ

θα σου πω: έλα,
και τα ρούχα σου ένα ένα θα πέφτουν στην καρέκλα
και θα λυπάμαι που δεν ζήτησα, δεν σκέφτηκα
να σε γδύσω εγώ.

θα σου πω: έλα,
και η ανάσα σου ζεστή στον ώμο μου,
φιλί, το τρεμάμενο φιλί στην πλάτη μου
να γλιστράει
και να γυρίσω να μην τολμώ.

θα σου πω: έλα,
και καυτοί σου οι βραχίονες
θα κλείνουν τους λαγόνες μου σε κλοιό ηδονικό,
σάρκα τη σάρκα να σμιλεύει.

θα σου πω: έλα,
κι αναπνέω με το ρυθμό σου
λέξεις ασυνάρτητες, τα τρίμματα
των ήχων δίχως νόηση,
κι ο ήλιος να λάμπει, να σπάει τα παράθυρα,
ο ίσκιος σου να κόβει το σώμα μου στα δυό.

θα σου πω: έλα,
έλα και τη βία σου νεαρέ στρατιώτη μη λυπάσαι,
ξέφρενo τo ένστικτό σου άσκησε,
με δύναμη κατακτητού να παίρνεις και να δίνεις…




Κυριακή 6 Μαρτίου 2011


ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

στη θάλασσα,
στη γωνιά μου την προφυλαγμένη, γυμνός
σαν φυσικό στοιχείο,
αλλά με πόσα δικά μου αντικείμενα γύρα μου :

ψάθα διπλή, πολύχρωμα προσόψια,
το τελευταίο αντιηλιακό,
διπλωμένα τα ρούχα μου στην άκρη,
τα πέδιλά μου πρόχειρα,
αλοιφή κατάλληλη και προφυλακτικά.

δίπλα στη θάλασσα όλα, δίπλα στα βράχια,
σε γυμνά σώματα ηλιοπόνητα δίπλα
παράταιρα, ανοίκεια πράγματα.

και περιμένω σαν αράχνη στον ιστό
τα θύματα,
τα αγόρια με το χάος των ορμών
τα αγόρια σ' έμμονη αναζήτηση του έμπειρου συντρόφου,
τα αγόρια με τη δίψα για αλλοιώτικη, βαθύτερη ηδονή,
τα αγόρια τα θεοχάρακτα
που από άνδρα κυνικό, αράχνη μάλλον ύπουλη,
των ηδονών ιεροφάντη κυρίαρχο,
έφηβο θα μ'αφήσουν, έφηβο τρωτό.





ΜΗ ΞΕΡΟΝΤΑΣ, Ή ΑΤΟΛΜΑ...

το απέναντι σπίτι έκοψε στα δυό
όλη μου την κινητικότητα,
και με τις ώρες παραμονεύω στο παράθυρο.
με προφάσεις χίλιες κάθομαι δω
και κοιτάζω
και κοιτάζω
και φαντασιώνομαι.

μάταια ίσως, μάλλον μάταια.
τα όνειρα, όνειρα θα μείνουν.

αλλά αυτό το ανθισμένο εφηβικό σώμα
μια ακόμα φορά να δω καλά.
να χορτάσω αυτή την κίνηση του χεριού στα μαλλιά,
να ξαναδώ αυτό το κεφάλι
αυτό το στήθος, και...
και,
ανέλπιστη στιγμή – θεοί! -
αυτά τα μάτια να με κοιτάζουν
έκπληκτα, για την επιμονή των ματιών μου
στους γυμνούς, ηλιοκαμένους μηρούς,
τα μάτια σου τα μαύρα να με κοιτάζουν

μη ξέροντας, ή άτολμα…



ΜΗΘΥΜΝΑ

οι στέγες όλες
προσκυνούσαν με αγχομαχητά
την κορυφή.
ο άρχοντας και ο πολύς λαός
να έσμιξαν ποτέ;
χωρίς φρουρά
χωρίς τελετουργίες;
ρωτάω τους δυό συντρόφους μου νεαρούς
- νέοι πολύ, υπέρ το δέον νέοι,
παιδιά μεταναστών και πρόθυμα
για κάθε τί
που θα παρέτεινε για δυό τρεις μέρες
την παραμονή τους στο νησί -
αν ήσουν άρχοντας εσύ
μ’ ένα στρατιώτη δίπλα σου
θα χάιδευες εμάς;

οι εποχές πώς άλλαξαν,
η ώρα πώς περνάει:
πρωί όπως τους διάλεξα
σαν άρχοντας μιλούσα.
τώρα το απομεσήμερο, μετά την πρώτη μέθη,
με ειρωνία η απάντηση στην άστοχη ερώτηση.
κι απόψε η αυθάδεια, το ξέρω,
θα σκιάσει και των δυό την ομορφιά.
θα χαίρομαι ανήσυχα την ηδονή
κι αν αύριο δεν διαλύσω την παρέα
μπορεί και να παιχτεί
της ιστορίας το γνωστό αιώνιο δράμα
του προδομένου άρχοντα
και του όχλου…

τί λες κι εσύ, Σαπφώ;

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011






ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ

την πιο κρύα μέρα του χειμώνα,
με την άνοιξη, νά: στην άκρη του μονοπατιού,
μεσημέρια καλοκαιρινά οριοθετώ
για ώρες πολύ κλειστές,
σε αμμουδιά ονειρική σχεδόν έρημη και προφυλαγμένη.
και τα άγρια δάχτυλά μου της ηδονής
πότε στην άμμο χώνω βαθειά,
πότε στα σγουρά μαλλιά σου,
το αναπόφευκτο φθΙνόπωρο να εξορκίσω.



ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ 

ήταν μια σύντομη ζεστή βροχή.

ντροπαλά να προφυλαχτείς είχες έρθει
στην εσοχή εδώ:
πλάτη, χέρια, ώμους βρεμένους,
και πόδια με άσπρη την άμμο κολλημένη
σε μύες και τένοντες μελαχροινούς
από μακρύ κι εφηβικό καλοκαίρι.
κοντά-κοντά καθίσαμε, μή φτάσουν οι σταγόνες.
σ' ένα τυχαίο άγγιγμα, στα λόγια πολλά πνιγμένο,
ελάχιστα τραβήχτηκες, να κάνεις χώρο τάχα.
αμέσως ο λόγος στέρεψε, ακούγαμε τη βροχή.
ανάσαινα βαθιά, τη Μοίρα να μαντέψω,
η ώρα η επόμενη πώς θάταν, η αντίδρασή σου, αν...
και πέφτει η βροχή και πέφτει σιωπηλά κι αραιώνει.
το χέρι μου δειλά γλιστρούσε στο μηρό μου,
σαν χάδι αφηρημένο, μα πιο δεξιά σα να μή μπορούσε.
και μείναμε έτσι, λίγο,
ώσπου
αυθόρμητα την ίδια ακριβώς στιγμή
με ήλιο νεόκλητο να λάμπει στα μαλλιά, στα μέτωπα,
γυρίσαμε και κοιταχτήκαμε, το βλέμμα θολό ήδη,
μισάνοιχτο το στόμα, γλώσσα βαριά
κι αχ ανάσα πνιχτή
από στύση αβάσταχτη.




Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011







ΑΡΓΑ ; 

για έντονη ζωή με έντονα νειάτα, αργά πια:
μού λείπει το αχαλίνωτο σώμα λίγων καλοκαιριών
το ακαταλόγιστο της ορμής, η κοινή γλώσσα.

για έντονη ζωή μ' ένα φίλο μόνιμο, αργά πια:
τα δικαιώματα στη Φιλία νωρίς αναλώθηκαν.
και έφηβος πρόθυμος, έφηβος άπτερος τώρα να βρεθεί,
γυναίκα, παιδιά, ο κόσμος όλος δεν αφήνει.

για περισσότερη φιλία με τον παλιό μου φίλο, αργά πια:
τη θέση μου πήρε άλλος, σαν συνήθεια επίκτητη.
νέοι αφού αντέξαμε στον πειρασμό του σφρίγους,
μεσήλικες, σε τί χάρη θα ενδώσουμε ;

αργά πια..
μα στην τρίτη τελεία του στίχου,
κι όπως ο δρόμος του μεσημεριού
ζωηρεύει με παιδιά που βγήκαν απ το σχολείο πριν την ώρα
για να τα βάλουν με την άνοιξη,
τα ρούχα τους δηλωτικά χυμώδους σώματος,
αποφασιστικά τον ήλιο κατεβάζω στο χαρτί,
την ώς το θάνατο αλήθεια:
αργά πια είναι μόνο για μεταμέλεια,
για τύψεις, που σκοτεινά νέα κατάκτηση απολαύσεων
με το νεώτερο της προτελευταίας τάξης
ιχνοθετείς μεθοδικότατα.



ΑΡΓΑ ΠΙΑ...

ήταν αργά να μάθω την άλλη ζωή,
αργά να μάθω να στηρίζομαι σ’ ένα φίλο,
σε όνειρα τρελά, σε λάγνα ηδονή,
αργά ν’ αλλάζω προσωπείο και να γίνω
αλήτης, μια βραδιά.
ω πόσα ιερά φωτάκια θα σβήναν στη στιγμή!

αλλά αργά, κι ίσως λυπάμαι,
κι ας είναι η ευτυχία μου η τωρινή σαν ουράνιο τόξο
σε πράσινες πεδιάδες, σε γόνιμη θάλασσα.
του Δία αστραπή αψήφησα, η καταιγίδα μ’ έφερε
ως εδώ.

θα κατεβώ,
θα κατεβώ στο λιμάνι ένα βράδυ χωρίς φεγγάρι,
να δω ναύτες και στρατιώτες
σε αναζήτηση,
ν’ ακούσω μια κουβέντα λαϊκή,
να ξυπνήσω από βαθειά μου
πρωτόγονα, παράφορα τολμηρά παρένστικτα,
χθόνια ηδονή.

αλλά αργά, πια...