Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Ελευσίνα !


Ελευσίνα!
Το μυαλό πηγαίνει στα αρχαία, στις βαριές βιομηχανίες, στον εργατόκοσμο.
Σήμερα, με θαυμάσιο καιρό, με τον ήλιο να μην παραιτείται από το καλοκαιρινό του καθήκον, περπάτησα για ώρες στην Ελευσίνα.  Στο λιμάνι, στην πόλη. Λόγω της σχολικής ημιαργίας, όλη η νεολαία ήταν στους δρόμους, γεμάτες από νέους οι πολλές καφετέριες. Ωρες ιδανικές. Η πόλη, όπως πάντα, πολύ νοικοκυρεμένη. Καθαρή. Να περπατάς σε ήσυχους δρόμους, άνετα τετράγωνα με πολύ πράσινο. Τα περισσότερα σπίτια διπλοκατοικίες, μονοκατοικίες. Πολυκατοικίες και στην Ελευσίνα, φυσικά, αλλά μικρές, με χαμηλό ύψος. Μια ωραία πόλη…
… που θα μπορούσε να εξελιχτεί σε πραγματικό στολίδι, σ’ ένα άρτιο πολεοδομικό συγκρότημα με άνθρώπινο πρόσωπο, σε προσιτή ανθρώπινη κλίμακα, αν εξέλειπαν, κυρίως στο εμπορικό τμήμα του λιμανιού και στις άκρες της πόλης, κάτι άχαρα κτίρια άλλης εποχής, κάτι αποθήκες που ρημάζουν, κλειστά εργαστήρια, αναξιοποίητα οικόπεδα. Χρειάζονται παρεμβάσεις «αισθητικής». Μεγάλα ακόμα τα περιθώρια για καλλοπισμό!
Δίπλα στη μαρίνα, σ’ ένα ελάχιστο υπόλειμμα αμμουδιάς υπήρχαν κολυμβητές. Ο καιρός κατάλληλος και η θερμοκρασία της θάλασσας καθόλου απαγορευτική. Λυπήθηκα που δεν προχώρησα εξαρχής δέκα χιλιόμετρα παρακάτω, στο Λουτρόπυργο, για να απολαύσω ένα τελευταίο κολύμπι, τώρα που κλείνει ο Οκτώβρης και μας απειλούν με βροχές για τις επόμενες μέρες. Εκεί, όμως, δεν θα έβρισκα τον ατέλειωτο εφηβόκοσμο που βρήκα στην Ελευσίνα.
Ήλιος και νεολαία έδωσαν τον τόνο σ’ αυτό το πρωινό.
Στα αρχαία δεν πήγα. Θυμήθηκα όμως – πώς να μη θυμηθώ – το ποίημα που έγραψα με αφορμή ένα άγαλμα εφήβου στο μουσείο (παραθέτω παρακάτω αυτό το ποίημα).
Ομορφιά και πειρασμοί…
Η θετική σε όλα διάθεση χάλασε στο τέλος:
Περνώντας σχιστά από τραπεζάκια καφενείου άρπαξα μια κουβέντα. Ένας ηλικιωμένος έλεγε: «σε τέσσερις μήνες θα ξανακόψουν μισθούς και συντάξεις…»
Κι έφυγα από την ηλιόλουστη Ελευσίνα μ’ ένα σύννεφο στην καρδιά.

Και τώρα το ποίημα:



ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ 5263 ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ
 
ανώνυμο το άγαλμα,
χωρίς περιγραφή, με απρόσωπο αριθμό,
ακέφαλο, με χέρια και κνήμες αποκομμένα βάναυσα
σε ανελλήνιστες εποχές.
 
απ τα ψηλά παράθυρα πίσω του
ο ήλιος κατά πρόσωπο μ’ εμπόδιζε να το δω καλά
όπως στεκόμουνα,
στη μέση της άδειας από επισκέπτες αίθουσας,
κι έτσι πλησίαζα πολύ, πάρα πολύ.
και η συγκίνησή μου ανεξήγητα έντονη
σαν να είχα μπροστά μου, δίπλα μου,
ένα σώμα ζωντανό, εφηβικό, παλλόμενο στην αφή,
έναν άγνωστο νεαρό ερωτικό σύντροφο,
ανεξοικείωτο στα προκαταρκτικά…
διστακτικά το χάϊδεψα
ψηλά, στη βάρβαρη πληγή του νεανικού αυχένα,
στην αθλητική την πλάτη - φιλί δεν αποτόλμησα -
κι όταν τα δάχτυλά μου ηδήθηκαν
στη λεπτή και μυώδη μέση,
όπου τέλεια η καμπύλη
και - τρέμοντας από ένταση - πιο κάτω
στο σκληρό σε ηδονική κορύφωση γλουτό,
ήξερα ότι κορμό οικείο,
το δικό σου κορμό τώρα χάϊδευα,
το κρουστό και θερμό και ηδύτατο.
κι αλλοπαρμένος,
με όλο μου το σώμα σφιχτή αγκαλιά
για δευτερόλεπτα που δεν τέλειωναν σε χάρηκα,
σε χάρηκα,
πνιχτά, σε θείο οίστρο.



 

2 σχόλια: