Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011


ΦΙΛΙΑΣ ΝΑΟΣ

ο λόγος ανίσχυρος,
η θέληση ανίσχυρη.
όλο μου το είναι ανίσχυρος ικέτης
σε ναό αργολικό.

φιλία
σαν των αρχαίων θεών την ιερή εστία
ιερή,
ακατάκτητη.

ποιό ποίημα χωράει την αδυναμία μου αυτή;

τ’ όνομά σου ψέλλισα
και είναι σα ν’ αναβλύζει
- προς ποιόν άγνωστο θεό; -
μια προσευχή.



ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΜΕΝΟΣ

σηκώθηκες νωρίς.
λυπήθηκαν τα σκεπάσματα
για τη ζεστασιά που τους έφυγε.
πλύθηκες,
και χαρά το νερό που το άφησες
να τρέχει πάνω στο σώμα σου !
μάταια πάσχισε ο καθρέφτης
να κάνει πέρα το θάμπος
των ατμών,
για να χαίρεται ώρα περισσότερη
τη γυαλάδα των μυών σου,
το σώμα σου σαν ύμνος
στα νειάτα.
ντύθηκες βιαστικά
κι όλο ανυπομονησία
τα ρούχα τα ελαφρά της περιπέτειας.
στη δροσιά του πρωϊνού
έφυγες,
και το χέρι μου
δεν θέλει ν’ αποχωριστεί
την αφή του φευγαλέου χαδιού,
εκεί, στον ήλιο του αυχένα
εκεί, όπου τρέμοντα χείλη…



ΦΟΒΟΣ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗΣ 

σ' εκείνον που δίπλα σου στεκόταν
χαρούμενα μιλούσα
και σκόπιμα απέφευγα να σε κοιτάζω,
μην ταραχτώ από θερμά μηνύματα ματιών,
μη χάσω τον ειρμό,
ο άλλος μην καταλάβει
πως ό,τι έλεγα, έμμεσα εσένα είχαν προορισμό.

και μέσα μου φόβος υποβόσκει
μην παρεξήγησες
τα λόγια τα θερμά, τα χαμόγελα πολλά
που άλλος δέχτηκε,
μην πήγες να σκεφτείς
πως επιπόλαια, σ' όποιον τύχει εμπιστεύομαι,
πως γύρισα σελίδα...



ΧΑΜΕΝΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

μη για φυγή μιλάς
μη για ξένες πόλεις
μη για τύχη μακρινή,
μη για φυγή μιλάς.

ορκίστηκα τις μέρες σαν τ’ αστέρια να μετράω,
στη φιλία ταγμένες όλες.
μέρες σαν τραγούδια της αυγής, ώρες της μοίρας.
μέτρησα δέκα, είκοσι…
μίλησες για φυγή,
έσβησαν τ’ αστέρια όλα
και ζητάω,
και ζητάω φως τη φιλία σου μες στη νύχτα, απελπισμένα.

αδερφέ,
μη ακόμα για τη φυγή μιλάς…



ΧΑΜΕΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

το άλσος είχε αποκάμει
από τη ζέστη.
αποφλοιωμένοι ευκάλυπτοι δεν μπόρεσαν, δεν ήθελαν
ίσκιο περισσότερο να κοσκινίσουν.
κάτω από τα πέλματά μου
ξερά φύλλα έσπαζαν
έσπαζαν με απόηχο μυτερό
τη συνωμοτική σιωπή του μεσημεριού.

δεν ήρθες όμως
κι έμεινε ο ιδρώτας μου
στάλες ομολογίας μοναξιάς.

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011


ΥΠΟΣΧΕΣΗ 

η άνοιξη περνάει απ το δρόμο,
αγόρι απ τα πέρα τετράγωνα περνάει,
χαρούμενο από στίβο κι αγώνες στην άλλη άκρη της γειτονιάς.
τα πόδια του ως ψηλά ακάλυπτα
στο σκιερό δρόμο φεγγοβολούν,
κνήμες και μηροί των νεαρών θεών της φυλής
(πότε μαύρισε ;  πόσο τρέχει στον ήλιο του χειμώνα ;)
τώρα από μπροστά μου περνάει,
δειλά το βλέμμα του ψάχνω.

κι άνοιξη σαν δυνατός χορός
το σώμα μου χτυπάει :
χαμογελώντας, αφηρημένος μάλλον με χαιρέτησε,
τα βήματά του ελαστικά απομακρύνονται, οι χνουδωτοί μηροί.
και τους τυλίγω με φιλιά,
ακράτητα με χέρια σφιχτά και μανιασμένα φιλιά
και λόγια ακατάληπτα κτήμα μου τα κάνω
ηδονοθηρικά.



ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ 

στην πρωινή ερημιά των βράχων
ξαπλωμένος, ονειρεύομαι...

χέρια νεαρά να σχεδιάζουν αόρατη ροή χαδιών
στα μαλλιά μου, στους ώμους μου, στο κοίλο της πλάτης, στη μέση,
δαχτυλιές ηδονής στην κνήμη, στους έσω μηρούς, και ήδη
ζεστά ακροδάχτυλα ν' αναζητούν το πιο ζεστό σημείο του σώματός μου,
χείλη σαρκώδη με οσμή αφροδίσια, μεθυστική, ν' αποθέτουν υγρή ανάσα
στο σβέρκο μου, κάτω απ το αυτί, προς το λαιμό,
κι ω κρουστοί κοιλιακοί να περιψαύουν την καμπύλη των γλουτών,
το σώμα μου στην ολόσωμη επαφή ανεξέλεγχτα να συσπάται...

και μηχανικά, ανυπόμονα, σαν νάταν οι γεύσεις του ονείρου,
τα νεαρά χέρια, τα χείλη, το θεϊκό το σώμα, υπαρκτά,
ικετευτικά τείνω τα σκέλη μου,
όσο μπορώ πιο ικετευτικά, σφαδάζοντας
για να γευτώ
τη διεισδυτική ορμή,
ώριμου ήδη εφήβου
την ακόρεστη αλκή.



ΦΑΣΗ ΤΡΙΤΗ

λόγος στρυφνός, επιθετικός.
λόγος που θίγει.
λόγος ανεπιτήδευτος που πληγώνει βαθύτερα
- αφού τον είπες εσύ -
που πληγώνει βαθύτερα αφού εγώ σου τον έβαλα στο στόμα,
ελπίζοντας να μην το ακούσω ποτέ από φίλο.

η τρίτη φαση:
από αδυναμία θα πληγώνουμε ο ένας τον άλλον.



ΦΘΟΡΑ 

τότε ήταν αλλιώς.
με αφέλεια εφηβική
διάλεγα και πλήγωνα,
γευόμουνα τ' άκρατα νειάτα των συντρόφων μου
με τα κριτήρια του ιδανικού ωραίου, με τα μάτια μου να συγκρίνουν
αγάλματα ακρωτηριασμένα, αλλά τόσο εύγλωττα ερωτικά, με τα σώματα
που απελπισμένα πολλές φορές, γύρευαν ένα σημάδι μου, την αφή μου.

κι ο τυχερός, τυχερός.

για τη δική μου τύχη του εκλεγμένου, πολύ αργότερα
θ' αντιλαμβανόμουνα το ειδικό βάρος των δεκαπέντε, των δεκαέξι, των
δεκαεφτά μου χρόνων.
στην πρώτη αμφιταλάντευση, κι αργότερα ακόμα, στην πρώτη άρνηση,
στην πρώτη απαίτηση για κείνη ή άλλη στάση, για κείνο ή άλλο ρόλο,
στην πρώτη νύξη για πληρωμή.

κι έμαθα να σκέφτομαι
σταδιακά όλο και εντονότερα,
πως θα φτάσω τα πενήντα κάποια ώρα,
και τότε η τύχη μου θάναι εξαιρετική
αν όσοι τώρα συγκαταβατικά, σαν από περιέργεια και μόνο, καταδέχομαι,
στο απελπιστικά επίμονο, ικετευτικό μου βλέμμα, τότε,
- από ποιά παρόρμηση αράγε ; -
ανταποκριθούν...



ΦΙΛΙΑ

το κρύο κοφτερό.
είναι το τελευταίο ποίημα της Αλοννήσου.
η θάλασσα
δεν κρύβει πια την έχθρα
τη δύναμή της,
και ξεφτελίστηκαν όλες οι ωραίες λέξεις.

μόνο
μια φιλία παραμένει,
σκέφτηκα.

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011


ΤΡΙΓΩΝΟ

βελούδινες πολυθρόνες
μαρμάρινο τραπέζι
το λίγο φως,
τρεις άνδρες, τρεις αλήθειες για τη φιλία,
ακραίες οι επιθυμίες μου.
εκλιπαρούσα.

εκλιπαρούσα
στης ψυχρής λογικής τα άκρα,
μέσα στην άχαρη ανάλυση της φιλίας
τη φιλία σου.

τη φιλία σου,
βαρειά από την απειλή του χρόνου,
βαρειά από υπονοούμενα,
αλλά τόσο επιτακτική

που είπα να δείξω ένα μαχαίρι στη ζωή!



ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

με τα μάτια μου ζώ το γδύσιμο το αργό,
τη γραμμή του μελαχροινού σου σώματος,
την κίνηση των σμιλευμένων μυών,
το βλέμμα σου φωτεινό, τη συναίνεση κόκκινων χειλιών,
χειρονομίες με νευρώδη χέρια,
την αποκάλυψη...

κι αν κλείνω τα μάτια, όπως πολύ κοντά μου ήρθες,
με τη λεπτή μυρουδιά σου ζω, την αύρα της ανάσας σου,
στο σβέρκο σου μια υποψία αρώματος λουλουδιού,
κρυμμένη στο άνοιγμα των μηρών μια οσμή οργιώδης,
και μύρα η πρώτη σταγόνα στην άκρη του πέους,
αρσενικού το κάλεσμα...

κι αν διψασμένος τα χείλη σου ζητώ,
γεύση ζεστού φιλιού γεμίζει το στόμα, γεύομαι βότανα ξωτικά,
τα δόντια μου το σβέρκο σου ιχνεύουν, σφιχτά τα χείλη μου
την αλμύρα της θάλασσας στην προκλητική θηλή,
και πιο κάτω, τέλεια η γεύση εκκρηκτικής βαλάνου
γλυκάλμυρη, γληνά στη γλώσσα...

και ζώ πια με την ανάσα σου, με λόγια της στοργής,
με λόγια έπαρσης, με λόγια ασυνάρτητα πια,
λέξεις-παρακάλια, επιφωνήματα πνιχτά,
το γδούπο της καρδιάς μου,
ήχοι παλλόμενοι, άναρθρα τα πάθη μου, τα πάθη σου,
δίπλα στην ήρεμη ρήση της θάλασσας.

και με τη βιάση των χεριών σου καρφωμένος στη γή
ζώ με το σώμα μου το σώμα σου όλο, ίνα προς ίνα,
την εμβολή της ηδονής, τα σκληρά σου μέλη θερμά
να με πυγίζουν, μέσα μου να λιώνουν,
η βία του σώματός σου να εκθλίβει ηδονή σχεδόν άγνωστη,
σαν κύματα αχαλίνωτα...  εκστατικά τα μάτια μου κλείνω
και στην κραυγή μου λυτρωτικά την κραυγή σου ζώ !



ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ

είδες
είδες ποτέ
είδες ποτέ σου
στα μάτια του φίλου σου
στο βάθος της πηγής
τη σκιά σου στον ουρανό;
και στη σκιά μέσα
τα μάτια τα δικά σου – ή δικά του; – τρομαγμένα;
κι αν τα είδες, γιατί σκοτείνιασε η μέρα;

φέρε τον ήλιο λοιπόν!
πες
πες του
πες του μόνο
με νόημα τ’ όνομά του, και πως

οι πηγές όλες τραγουδούν!



ΤΩΝ ΠΡΩΙΜΩΝ ΕΦΗΒΩΝ

μια αποθήκη σκοτεινή κάτω από τα κεραμίδια
κρύβει όλα τα νεανικά μου μυστικά.
το σπίτι – άσε που ρήμαξε –
μου φαινότανε τότε πιο μεγάλο, πιο σκοτεινό.
μ’ έπιανε ένα δέος ηδονικό
όταν ανέβαινα κει πάνω.
ευχόμουνα, φοβόμουνα να έχει φωλιάσει μια κατάρα
για να κάνει το χώρο πιο σκοτεινό, πιο επιθυμητό.
αλλά ένα πρωί με ζέστη πολλή
και οίστρο ακτάσχετο,
βρέθηκα παρέα με δυό ποντικούς.
- για ανακούφιση ούτε λόγος -
και δεν ξαναπάτησα.

αν ήξεραν την ανθρώπινη λαλιά τα κεραμίδια!
τί δεν είδαν, τί δεν άκουσαν;
και πάλι σκέφτομαι πως δεν θα μαρτυρούσαν
- έχουν τα δικά τους, των αέρηδων,
του ήλιου του καυτερού το μόνιμο θυμό,
τί τα θέλουν των πρώιμων εφήβων τα μυστικά;...



ΥΠΟΜΟΝΗ

κι αρχίσαμε ένα διάλογo ερωτικό παιχνίδι:
κάθε λόγος με χαμόγελο,
μάτια χείλη χέρια ανοιχτά, γελούσαν.
τα δυό σώματά μας αντιμέτωπα
σαν τέλεια ωραία γεννητικά όργανα
χάδια ζητώντας επιβραβευτικά,
χάδια.

ω τί σκληρός ο λόγος
όταν λέει αργότερα, κάνε υπομονή
υπομονή...

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011


ΤΟ ΜΑΤΑΙΟ ΤΩΝ ΣΚΕΨΕΩΝ

σκληρό σαν πέτρα το σώμα σου,
τύλιξε τις φαντασιώσεις
του πρωϊνού.

ήρθε η ώρα
σκέφτηκα.
κι ήταν η σκέψη
τελευταία προσπάθεια
ατομικότητας.



ΤΟ ΜΕΓΑ ΨΕΜΑ

με ανάλωσε η νύχτα, και λείπεις.
κι όλο πιο σκοτεινές οι λίμνες,
ούτε δένδρο διακρίνεται πια.
ένα αστέρι, μονάχα ένα αστέρι, αδιάφορο κι αυτό
για την αγωνία μου την έρπουσα.

ηττήθηκα.
διαπάλη ήταν κι αστόχησα.
δεν μπόρεσα, δεν ήθελα να ζήσω πιο νωρίς
τα απλά, τα σεπτά λόγια της φιλίας
την άδολή σου συντροφιά.
και τώρα μέρες πολλές θα λείπεις
εκδικούμενος
με απαιτήσεις και νέους κανόνες.

η μοναξιά γεννάει τα τέρατά της,
φόβοι πρωτόγονοι κεντούν, κεντρίζουν.
θραύσματα μαζεύω άσκοπα,
ψευδαίσθηση ότι κακός εφιάλτης είναι,
ότι κάθε τραύμα επουλώνεται.

.....

φθινοπωρινό πρωί και στο πλοίο μαζί:
αντέξαμε, οριζόντια η ζυγαριά.
πολλές θα είναι οι μέρες, οι ενέδρες
των λόγων μας, τα διφορούμενα, αλλά
εξοστρακισμένο μόνιμα, από κοινού,
ο φταίχτης: το μέγα ψέμα...



ΤΟ ΠΡΟΣΚΑΙΡΟ ΚΑΛΟ

από πρωί νωρίς τη μέρα εκείνη
άδεια τα μουσεία μας:
οι μαρμάρινοι έφηβοι μετουσιώθηκαν,
βγήκαν στους δρόμους.
και δρόμοι, πλατείες, οι κήποι του κέντρου,
τα ιερά άλση
αντηχούσαν από την ομορφιά τους,
από ήρεμα ή πονηρά χαμόγελα.
αχ, τί άσεμνη επίδειξη, θα είπαν μερικοί,
και τί ταραχή απειλεί την πόλη, τις κόρες μας,
τα αγόρια μας,
αν άμιλλα ευγενική τους έκανε να βγούν στον ήλιο
γδυτοί να σμίξουν
με τους νεοφερμένους.

πού πάμε;

άλλοι λέγανε πως οι Ελληνίδες
παν δεκαπέντε δεκαέξι χρόνια τώρα,
με έμπνευση κοινή
γέννησαν πάλι θεούς και ήρωες,
πως οι αρχαίοι θεοί μας γυρίζουν στον Όλυμπο
και πως αρχίζει, σήμερα κιόλας, μια νέα εποχή
για όλους μας.
αλλά εγώ πώς θα ζούσω, πώς θα πορευόμουνα
με τέτοιον πειρασμό;
με κάθε στιγμή μπροστά μου την πρόκληση
τη δίψα, την απελπισία
για τόση ηδονή απλόχερα διαθέσιμη,
για τέτοια σώματα
χωρίς επαύριο...

γιατί γρήγροα η πολιτεία έβαλε τάξη
στα όνειρα πολλών, στις χαρές πολλών.
με τον πρώτο πυροβολισμό – άνωθεν διαταγή –
η θωπεία του ήλιου, τα γέλια μαρμάρωσαν,
χέρια κόπηκαν και πέσαν πέτρες στο γρασίδι,
οι έφηβοι είχαν μαρμαρώσει πια για καλά.
τους βάλαν στα μουσεία με προσοχή και λύπη.
ήταν οι αυτοκτονίες πολλές για λίγες ώρες,
μα όλα στρώσαν τελικά
πριν ακόμα βραδιάσει
στους τύπους της παλαιάς ηθικής.

η μέρα εκείνη δεν ξεχάστηκε
αλλά σπάνια αναφέρεται.
όλοι μας κάτι το επλήψιμο κάναμε ή σχεδιάσαμε τότε.
πολλή ηδονή, πολλή ελευθερία είχαμε γευτεί.



ΤΟΣΟ ΑΠΛΑ

θα είναι μια σκηνή απλή ο χωρισμός:
ένα πωί, ένας δρόμος με λίγη ακόμα κίνηση,
λίγους διαβάτες,
δυό χέρια
που θα τρέμουν,
τα μάτια!
δεν θα έχω το θάρρος να σε κοιτάζω στα μάτια.
πες από ντροπή, από αδυναμία
που σε τίποτα δεν μπόρεσα να βοηθήσω.
από αδυναμία πως έγιναν όλα όπως φοβηθήκαμε
ένα μήνα, μόλις ένα μήνα πριν...

θα είναι μια σκηνή απλή ο χωρισμός:
θά φύγεις, και θα φύγω.



ΤΡΑΠΕΖΑ ΘΥΣΙΑΣ

δεν είναι η έμπνευση που λείπει,
το τραπέζι αυτό εμπνέει όσο κανένα άλλο αντικείμενο,
το τραπέζι αυτό
με συγκρατεί από το να πέσω άδοξα,
το τραπέζι αυτό μου θυμίζει
ένα απόγευμα που φύγαμε από το φως
κι ήρθαμε δω να κρυφτούμε
για τις κρυφές κουβέντες
και επιθυμίες μας.
μια ώρα κρυφή, αξέχαστη
που τη σημάδεψα, από σένα κρυφά,
με στίχους κι ημερομηνία,
με δεισιδαιμονική αγάπη,
ένα τραπέζι σαν τράπεζα θυσίας στη φιλία,
στη φιλία μας
εξακολουθητικά...

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011


ΤΕΛΟΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ 

ξάπλωσα σ' έναν ήλιο απάνεμο
ζεστό του φθινόπωρου.
καλακαίρι θρυλικό από το σώμα μου πέρασε
χωρίς ν' ασφήσει ίχνος
άλλο από κορεσμό επιθυμιών,
καταλάγιασμα κυνηγιού.

κι αν έφτασα και σήμερα εδώ
είναι γιατί τα αγόρια του καλοκαιριού
έγιναν μελαχροινά πολύ, ακαταμάχητα.
τα συμβατικά τους οράματα ηδονής
σ' εκατό πενήντα μέρες ήλιο καυτό ξέφτισαν
κι η ορμή τους τώρα
άλλα ζητάει,
τα πέρα απ αυτά που λέγονται
με κομπασμό σε κλειστή-κλειστή παρέα,
τα βήματα τα αδήλωτα στο άγνωστο :

ηδονογένεση των άκρων
σε δόσεις μικρές, και να κρατάει,
και να κρατάει...



ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΒΗΜΑ

αποχωρισμός.
ένα τόσο απλό νόημα:
θα είσαι κει, θα είμαι δω.
χιλιόμετρα βουνά και θάλασσα
με μια τελείως σχετική αξία.

αλλά νά:
λόγια δεν βρίσκω
μια φιλία νε εκφράσω,

όπως ποτέ δεν έβρισκα…



ΤΟ ΑΛΛΟ ΠΡΩΙ

γειά σου λεπτή βροχή!
γειά σου κλειστό σπιτάκι!
γειά σου, Πειραϊκή!

όταν λείπει ο ήλιος στο κυνήγι των σύννεφων
είστε όλοι τόσο λυπημένοι, τόσο σιωπηλοί…
η Αίγινα σκεπάστηκε σαν άρρωστο παιδί.
τ’ αραιά δένδρα κοιτάζουν άλλα με απορία, άλλα με γνώση τον ουρανό
που πέφτει πέφτει πέφτει.

εδώ στην πέτρα καθόταν ένα ωραίο μισόγυμνο αγόρι χτες!

γειά σας κλειστά σπιτάκια με τα γαλάζια παράθυρα!
γειά σας περίπτερα έρημα!
γειά σου, Πειραϊκή!



ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ

τους θεούς παρακαλούσα
να με σπλαχνιστούν.
μήνυμα δεν ήρθε, φίλος δεν φάνηκε.
τους θεούς παρακαλούσα.

βάδιζα με τον ήλιο,
ανθρώπους πολλούς να συναντήσω.
ελάχιστοι μου μίλησαν, κανένας δεν μου γελούσε.
βάδιζα με τον ήλιο.

σκεφτόμουνα με τις ώρες
διάφορα φιλοσοφικά συστήματα
- αν όχι σύστημα, τί μου λείπει; -
ηρεμία δεν έβρισκα, όλο πιο βαριά η σιωπή.
σκεφτόμουνα με τις ώρες.

κώνειο σ’ ένα κύπελλο
- ασημένιο το κύπελλο - για κάποιο τέλος.
ασημένιο αφού ήταν, δεν το ήπια, δεν θα το πιω.
άγρια χαρά σ’ ένα κύπελλο.

και μόλις έτσι νίκησα
ήρθες εσύ.
έσωσα τον εαυτό μου, δεν βοήθησες εσύ.
αλλά ήρθες, κάτι είναι κι αυτό.



ΤΟ ΛΙΒΑΔΙ

το λιβάδι :
από τα λίγα μέρη με αντίκρισμα ερωτικό μακριά από τη θάλασσα.
είχαμε πέσει στο πράσινο ακόμα χορτάρι του πρώιμου καλοκαιριού.
ποώδεις άκρες χάϊδευαν τα γυμνά μας χέρια, το λαιμό μας,
σε λίγο το γυμνό μας στήθος,
και την πλάτη μας προκλητικά έγλειφε ο ήλιος.

πληρότητα η ζωή, με το φίλο σου πλάι σου τέτοια μοναχική ώρα !

η φύση ήταν όλο ένταση. 
νους και σώμα κινούνται ανήσυχα.
ένταση απλώνεται. 
εικόνες επιθυμιών πρωτόγνωρες ανάβουν.
τάχα πως δεν χορταίνω το θαυμάσιο γύρω μας τοπίο,
κρυφοπαρατηρούσα τους μυς σου τους ηλιόχυτους...
λέγοντας και γελώντας καπώς άσχετα.

τους μυς σου τους ηλιόχυτους των ώμων,
της πλάτης σε καμπύλη τέλεια, ως τη ζώνη σου.

κι ας έλεγαν τα χείλη μου λόγια ανάλαφρα,
τα μάτια μου βάραιναν, θολά βάραιναν, και το στόμα μου
γέμιζε ήδονή, γέμιζε ηδονή τόση
που έπαψα λόγια να προφέρω.

κάτω από το σώμα μου το λιβάδι είχε γίνει η πιο ηδονική κλίνη.
βαριά, οδυνηρά δυνατά χτυπούσε η καρδιά μου στη σιωπή !

τότε μίλησες εσύ.
ταραγμένες φράσεις, τις έλεγες ανάλαφρα και χαμογελαστά.
ταραγμένα λόγια, και δεν κατάλαβα ο έρημος,
πως ίδια ήταν η ταραχή και των δυό, ίδια θολή ματιά,
ίδια η ροή της ηδονής στο στόμα,
ίδια η λαχτάρα και των δυό για στενότερη επαφή, ίδιος ο καημός.

ήθελα να σ' αγκαλιάσω, μα φοβόμουνα.
ήθελες να μ' αγκαλιάσεις, μα φοβόσουνα.

κρατούσαμε τη μοίρα στα χέρια μας, μια μοίρα κοινή,
δευτερόλεπτα μόνο:

αλλά μπροστά στο αβέβαιο: μην τραβηχτεί ο άλλος,
μη σπάσει ο ψυχικός δεσμός χρόνων, και φωλιάσει ντροπή
σε κάθε μας λόγο, από αύριο σε κάθε μας κίνηση,
με κόπο ανείπωτο, κλείσαμε τα μάτια, είπαμε όχι,
και η μοίρα, ανελέητη, προσπέρασε...

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011


ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΥΠΝΟ

ακίνητα στον ήλιο τα λιόδενδρα,
τα σπίτια δυο-τρία, οι μάνδρες.

μεσημέρι βαρύ.
ο σύντροφος κοιμάται
και τόσο ήσυχη η ανάσα του
που μόνο από το στήθος
- σαν γλυπτό των αρχαίων ευσμίλευτο -
δείχνει να ζει.

η θάλασσα πίσω από το λόφο
δεν ακούγεται,
ακούει.

απαλά χαϊδεύω το σώμα μου,
όπως έκανε εκείνος πριν,
όπως στο ξύπνημα
απαλά θα φιλάω τα χέρια του,
δικέφαλους, τρικέφαλους δυνατούς.

και γεμίζει, και ξεχειλίζει το στόμα μου
άκρατη, πνιχτή χαρά.



ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ

για σένα στέρεψαν τα λόγια.
έγινες μια συνήθεια
σαν το ψωμί που τρως ενώ απολαμβάνεις
το ζεστό κυρίως φαγητό.

ούτε μέθη πια, ούτε εξάρσεις.

δυό μήνες είναι καιρός πολύς
για θαυμασμό μες στην καρδιά του
καλοκαιριού,
όταν οι νεαροί θεοί του Ολύμπου
σμίγουν στις αμμουδιές, στα πευκοδάση,
με θεϊκούς θνητούς,

κι έκπληκτοι
θαυμάζουν κάθε μέρα και
μεγαλύτερη ομορφιά.

τα όρια του ωραίου
απέραντα.



ΤΑΙΝΑΡΟ

εδώ βουνό ωραίο και γυμνό σαν αγόρι
πρωτόβγαλτο.
λίγες έλεγες λέξεις χαμηλά στη ζέστη
των ματιών μου.
ο πόνος σου για τους λίγους που έμειναν
έγινε δίψα για νέα φωνή,
για φιλία δωρική
στο δρόμο του Άδη.



ΤΑΞΙΔΙ

είμαστε φίλοι!
δεν έχει τέλος το ταξίδι.
κάποιοι μας κοιτάζουν σχεδόν ειρωνικά,
εμείς τραγούδι!

μας ανήκει κι η σιωπή,
εκεί στη θάλασσα
σε μια γωνιά κρυφή πολύ δική μας.
φως στο κύμα.

είμαστε φίλοι!
δεν έχει τέλος το ποίημα,
δεν έχει τέλος το ταξίδι.



ΤΑΥΤΙΣΗ

με βιαστικό το βήμα,
το κεφάλι σκυφτό,
πηγαίνει στη δουλειά
ή σε σχολή μακριά από δω.

Ο ύπνος ήταν σύντομος.
βαρύς κι ανόρεχτος, με λύπη
άφησε ζεστά σκεπάσματα,
ούτε νερό δεν πρόλαβε να πιεί,
ούτε να πλυθεί σωστά
μετά από τέτοια βραδιά,
ούτε εσώρουχο ν’ αλλάξει.

και με την εικόνα της βραδιάς,
των όλο ένταση ωρών
σε κρεβάτι ξένο - ω πόσο πλούσιο
το δωμάτιο, ευρύχωρο το διαμέρισμα ! -
η σάρκα του σκιρτά,
πόνος σχεδόν η στύση του,
λαχτάρα η ανάμνηση.
απόψε ξανά, είχαν πει,
η μέρα θα περάσει, θα τα προλάβει όλα,
θα φάει καλά θα καλλοπιστεί,
- τα νύχια να μην ξεχάσει ! -
θα πάει λίγο νωρίτερα,
φίλος τέτοιος έμπειρος ωραίος
δεν πρέπει να χαθεί !

και ένα δώρο μικρό να σκεφτεί, ναι,
η σχέση να δέσει.

ηδονή ανείπωτη πρωτόγνωρη
δεν πρέπει να χαθεί !…

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011


ΣΥΝΕΣΤΑΛΜΕΝΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ

λέγαμε λέγαμε
ιστορίες συναρπαστικές
για έρωτες και φιλίες και για χίλια δυό.
και πάλι η ώρα δεν έφτανε,
και το τεράστιο αυτό σπίτι
δεν έφτανε για να απομονωθούμε.
και το ποτάμι ρέει
και πάνε χαμένα τα νερά, οι μέρες.
αλλά μεθαύριο θα σου πω
ή θα γυρεύω αφορμή να πω
για τα ξανθά μαλλιά σου,
και πως οι αρχαίοι ήταν ξανθοί,
ξανθός ο Αχιλλέας.
και με νόημα εχέγγυο θα σε κοιτάω στα μάτια:

κι εσύ είσαι ξανθός,
σου ταιριάζει η εποχή.



ΣΥΝΕΣΤΙΑΣΗ

κι όπως το βράδυ προχωρούσε στη νύχτα,
και πρόσωπα και λόγια ζωήρευαν,
πιο ελεύθερο το γέλιο, άπληστη γουλιά το κρασί,
νοητά σε απόσταση από τους άλλους, αναρωτιόμουνα
με πόσους, ή με ποιούς, με ποιόν απ αυτούς
θα ήθελα το ξημέρωμα να με βρει στο ίδιο κρεβάτι,
με ποιόν, με ποιούς ν' ανταλλάξω
λόγια ύπουλα, βλέμματα αβέβαια διερευνητικά,
ένα χέρι σκόπιμα σφιχτά στον ώμο,
με ποιόν θα έμπαινα στο απρόσωπο δωμάτιο,
από ποιόν ν' αντλούσα ηδονή, ηδονή σπάταλη,
σπίθες οριακές
μυς για μυς που να μην τρέμει από άκρατη αποδοχή
του άλλου,
σε ποιόν, αλήθεια, να παραδοθώ ;

αλλά απ την απομόνωση του ηδονιστικού οράματος
μ' απέσπασαν φωνές και γέλια, ξαναγινόμουνα
μέλος της παρέας, και γέλασα το ίδιο δυνατά με όλους, χωρίς να ξέρω,
από ανάγκη να επανενταχτώ, χωρίς να ξέρω το αστείο.

χωρίς να ξέρω ότι το αστείο εσένα αφορούσε,
το αθλητικό σου σώμα, κάτι υποψίες, κάποιο λογοπαίγνιο διφορούμενο,
το αθλητικό σου σώμα,
που αργά, πολύ αργά τη νύχτα,
απελευθερωμένο από φόβο κι αιδώ
και σαν δύσπιστο ακόμα στην ανακάλυψη ανύποπτης ηδονής,
ως το πρωί, αλύπητα, εξαντλητικά σχεδόν βάναυσα,
απ το δικό μου υποταγμένο σώμα, την ολοκλήρωση την καταδική του
θα ζητούσε.



ΣΥΝΘΕΣΗ

πρωί.
ώρα ποιήματος.
ο έρωτας νεκρωμένος ακόμα στον ύπνο του συντρόφου.
τον παρατηρώ
και στίχοι ακατέργαστοι
ξεφεύγουν απ τα μισόκλειστα παραθυρόφυλλα
μέσα στο ζεστό κιόλας πρωϊνό έξω.
χαρούμενη μουσική κάπου σταματάει,
είναι και τα πουλιά ακούραστα.
κι οι σκέψεις μου
ξεκούραστες συνθέτουν τη νέα μέρα



ΣΥΝΤΟΜΗ ΗΡΕΜΙΑ

ήρεμα
σαν με την έννοια των αιώνων που στηρίζουν ποιήματα
και τραγούδια,
ήρεμα πέρασαν οι πρώτες αυτές ώρες
της επανασύνδεσης,
ήρεμα.

για τις 56 μέρες που είχαν κάποιο γκρίζο χρώμα
δεν είπαμε λέξη πια.
οι άλλοι χάθηκαν, μείναμε μόνοι
όπως ήταν στην αρχή.
κάθε τόσο με αόριστη χαρά για την αποκάλυψη,
για τη νέα αυριανή συνάντηση.

τραγούδια, ήλιος και φωτιά!



Τ’ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΣΕΡΙΦΟ

ήταν να ανεβώ στη Χώρα,
να βρώ γαλήνη στη σιωπή των δροσερών στενών,
στην ανώνυμη τέχνη λευκών όγκων και τοίχων
απέναντι στην ανεμώδη απέραντη θάλασσα.
οι αμμουδιές, οι άγραφοι κολπίσκοι, τρεις μέρες
με κράτησαν εδώ κάτω αιχμάλωτο αυτόμολο
του επόμενου
και του επόμενου
και του επόμενου αγοριού.

λιτό ένα δωμάτιο στο λιμάνι
τα είδε όλα, στο ημίφως ηδονές υγρές ζεστού μεσημεριού,
τις νύχτες πιο αχαλίνωτο, πιο σκοτεινό το πάθος,
στον ήλιο το πρωί, δροσερά
οι συνευρέσεις με ξένα παλικάρια μοναχικά,
μα στον υπνόσακκο, μα σ’ ολογλάφυρα νερά,
κι ευγνώμων ποιητής σε ώρα αποχαδιού
να εξυμνώ νησί και σώματα και μέρα !

ψηλά η Χώρα απόμακρη,
το άγος της Μέδουσας αθέλητα θυμάται
και σιωπηρά επεύχεται ελευθερία κι ομορφιά
στις σπονδές, αρχαίω τω τρόπω.