Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011


ΘΕΣΣΑΛΙΑ

μ' ένα λιγνό αγόρι
για ώρα περπατήσαμε να κρυφτούμε
σε τόπο ατέλειωτο, χωράφια.
και πέσαμε σε στεγνό χανδάκι, αναμμένοι,
όπου τα χάδια μας αφή χώματος,
τα ξερά φιλιά μας γεύση χώματος,
η ανάσα μας μυρουδιά χώματος.

αλλά πλατιά σαν τον ουρανό σου,
Θεσσαλία, βαθιά τα ξεσπάσματα ηδονής:
του αγοριού η οργή σαν ήλιος θερισμού
μέσα μου να οργώνει, να οργώνει,
και σαν άνθος να σκάει!



ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑ

είσαι νέος πολύ.
φλέγεσαι για αγγίγματα, αυθόρμητα,
χωρίς να γνωρίζεις.
στα μάτια σου
όνειρα παιδικά με εξάρσεις εφήβου
εναλλάσσονται.
στο σώμα σου ευκίνητο, ευδόμητα νεανικό,
φύση και φυλή ακόμα ερίζουν
με ποιό άγαλμα αρχαίο θα παραβγείς,
ποιός γλύπτης θα λυπάται
που γεννήθηκε νωρίς.



ΘΟΡΙΚΟ

με ένα ασημένιο νόμισμα
πληρώνω την παράσταση.
ελάτε δούλοι εσείς, γίνετε ηθοποιοί,
δείξτε μου τις Νεφέλες.
να θυμηθώ τί λέγανε για τη διαφθορά.
πώς τα κατάφερνε ο Σωκράτης
με ελεύθερους κι ωραίους νέους ανέξοδα.
εσύ, αγόρι μου, μείνε δίπλα μου.
η νύχτα τελειώνει,
και με αυτήν η μοναχική ολονυχτία
στις κερκίδες, περιμένοντας σε
αγόρι, από το Λάυριο.



ΘΥΜΑ

ονειρευόταν ο στραηγός έναν ευρύτερο ελιγμό.
ονειρευόταν ο συνταγματάρχης δόξα και βαθμούς.
ονειρευόταν ο λοχαγός εναν ωραίο νεαρό
για υπηρέτη, μέσα από τους αιχμαλώτους.

κι ο στρατιώτης;

αδικία!
το όνειρό του μόλις τώρα έσβησε
και, θύμα, δεν θυμάται.



ΚΑΙΡΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ

ανάπηρος ήταν.
κομμένα τα δυό πόδια πάνω από το γόνατο.
αργά πολύ, εκνευριστικά αργά,
σα νάνος κινείται στα αυτοκίνητα κοντά,
από παράθυρο σε παράθυρο,
στο σταυροδρόμι, και προσδοκά
οδηγοί βλοσυροί, αδιάφοροι,
να λυπούνται τα νειάτα του,
τα νειάτα σα φλόγα στο βλέμμα
τα ζωηρά σγουρά του μαλλιά
τον αγαλματένιο του κορμό
 - φανατικοί και βάρβαροι χαλεπών καιρών
 σαν να πέρασαν από δω, και μοχθηρά
του σπάσανε τα μέλη, την ομορφιά -
και περιμένει για λίγα νομίσματα να
δώσει εξιλέωση
σ’ όποιον νιώθει τύψεις που μπορεί και τρέχει,
που μπορεί και χαίρεται σαν χάδι το κολύμπι,
σαν έκφραση πηγαία το χορό.

τον εξαγόρασα φριχτά.
ψυχρό το δωμάτιο, έλαμψε σαν έγδυσα
ερωτικά το σώμα του, σαν φίλησα μαρμάρινους μηρούς,
τ’ ανάγλυφα τα στέρεα των κοιλιακών,
το αλμυρό το πέος με άγρια αγαλλίαση.
ζούσα, ζούσα αδήφαγη ώρα.

καυτό μεσημέρι τον άφησα
σε άχρωμη γειτονιά,
όπου σχολαστικά τάχα σημείωσα διεύθυνση, τηλέφωνο.

… τάχα, τάχα όλα.
και σήμερα κυνικά λίγη,
ευτελέστερη ακόμα απομετράω τη δική μου έξαρση:
στιγμιαίος οίκτος ήταν,
εικόνες από μακρινό εμφύλιο σπαραγμό,
περιέργεια έκτροπη,
που κείνη τη μέρα
τέτοιον οίστρο είχαν φέρει,
στο δεκτικό μου σώμα
τέτοια παράφορη ηδονή!...

με έτοιμα τα χρήματα, παρθένα από την τράπεζα,
δίπλα στο κρεβάτι.

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011


Η ΛΑΝΘΑΝΟΥΣΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

με χορό και με τραγούδι
σ’ ένα σπίτι φιλικό,
με φίλους πολλούς και με τον ένα σου
φίλο - μυστικό αυτό... -
να λικνίζεσαι σιγά σιγά στη μέθη
του χορού, του κρασιού.
κι όλο χαμόγελα βλέπεις γύρω στο τραπέζι
κι οι κοπέλες χορεύουν και ξεχνιούνται.
λιγοστεύουν και χορεύουν.

ωραία νύχτα θάναι έξω…

μα το κρασί και η πολλή η έπαρση
σε σάστισαν.
ο φίλος κάπου...
κάπου, αλλά πού;...
και δεν υπάρχει πια κίνηση παρά χορός
χορός και τραγούδι
χορός…



Η ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ

στα πεύκα από κάτω
με λαϊκή μουσική και πορφυρό κρασί
και το φίλο παρέα,
τη θάλασσα ήρεμη όσο δεν θυμάμαι,
η βραδιά μας δεν τελειώνει, δεν τελειώνει.

παράρχαιοι ρυθμοί χαράς και πόνου
αιώνες μετά
ίδια στάζουν ηδονή σ’ ένα βλέμμα,
σ’ ένα χάδι κρυφό
την ίδια ίσως ώρα, με πανσέληνο φως.

στα πεύκα από κάτω
με το φίλο παρέα
και θάλασσα τα λόγια στοργής στην καρδιά,
η νύχτα μας
δεν τελειώνει...



Η ΤΟΛΜΗ ΤΩΝ ΛΙΓΩΝ

το νεκροταφείο
έγινε νεκροταφείο λουλουδιών.
κι όμως τα μαρμάρινα μνημεία
ανθοφορούν αδιάκοπα.
για τους νεκρούς
μετά τα σαράντα
ο λόγος λίγος…

τί έκπληξη, και κόσμος νέος
συχνάζει εδώ!
αγόρια που ορφάνεψαν
και ειδικοί τώρα γίνονται
σε ταφικά στολίδια, στο άναμμα
λιβανιού.

(συνειδητά
από απέναντι
επίμονα προσπαθώ να
παγιδέψω το βλέμμα του,
αλλά μάταια,
ντρέπεται,
νωπή του ακόμα η απώλεια
έμαθα μετά).

οι πενθούντες εμείς συγγενείς και φίλοι,
είμαστε μια κοινωνία ξέχωρη,
όπου για τους νεκρούς
τα ωραιότερα χρώματα,
κατάλευκο το μάρμαρο,
χρυσά τα γράμματα.
ενώ οι ζωντανοί οι θλιμμένοι εμείς,
μ’ ενδυμασία σοβαρή
συγκρίνουμε χρονολογίες,
ξεμέθυστοι απ τη ζωή
ανακαλούμε τα νειάτα των εφήβων
που πέθαναν ογδόντα,
σοφοί, μετανοιωμένοι που τόσο λίγο τελικά
τόλμησαν να ζήσουν.



ΗΧΟΙ

όταν ακούω άνοιξη
τα μαλλιά σου χαϊδεύω,
και λουλούδια ρόδινα
τα φιλιά μου στον ώμο σου ανθίζουν.

όταν ακούω καλοκαίρι
στα μάτια σου έναν κόσμο θάλασσα κλείνω,
πόθο, και τα χέρια μου την άμμο
σκάβουν σκάβουν βαθειά.

όταν ακούω τον ήλιο
όταν βλέπω τα μάτια σου, τα μαλλιά,
τους ώμους σου του πειρασμού,
αχ, τί φωνή να βρω να ψιθυρίσω
πνιχτά να πω:
κοντά μου έλα!



ΘΕΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ

ο γάμος είχε τελειώσει.
γαμπρός και νύφη, κι όσοι στενοί συγγενείς
για λίγο γύρισαν στο σπίτι
πριν ξεκινήσουν για το γαμήλιο δείπνο, το γλέντι, το χορό.
δίπλα από ψηλά, αθέατος για όλους, κοίταζα την αυλή τους
φωτεινή όσο ποτέ στο δειλινό, με φώτα πρόσθετα
και μαξιλάρια χαρούμενα στα καθίσματα.

νύφη, μητέρα και θείες μπήκαν ν’αλλάξουν,
το αγόρι μόνος του έξω, στα επίσημά του πόσο νέος!
απ τα δωμάτια φωνές του έλεγαν, κι αυτός γρήγορα
ν’ αλλάξει, μην αργήσουν και πολύ.
και μ’ ένα βλέμμα προς τα δω πάνω, σκοτεινό κι αινιγματικό
άρχισε ω πόσο αργά να ξεκουμπώνεται
να ξεκουμπώνεται…

η ζέστη της νύχτας με χτύπησε στο πρόσωπο
και είδα το στήθος του γυμνό, σχεδόν γυμνό τον
υπέροχο κορμό του, τις γραμμώσεις χεριών και
κοιλιακών εντονότατες, τα μάτια μας
διάλογο αδιέξοδο νάχουν ανάψει
και να μην ξέρω, να μην ξέρω

αν ο νεαρός αυτός
- που τρεις μόλις φορές, αρχές καλοκαιριού,
στα μύχια της νύχτας νεμήθηκα τη μέθη –
άραγε από πρόκληση, ή από αγωνία, ή μήπως σαν
υπόσχεση
γυμνώθηκε μπροστά μου,
και χαμογέλασε θεός Απόλλων.

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

ΕΦΗΜΕΡΟΣ 

δίπλα μου κοιμάται ο εφήμερος σύντροφος.

γνωριζόμαστε δυό ώρες,
ψηλά απ τα βράχια πέρασε σαν ίσκιος λυγερός.
για λίγο χάθηκε.
γλυκιά αναμονή στο στόμα μου αποκύλησε
κι αφαιρέθηκα στενοχωρημένα.

μα γρήγορα ξαναφάνηκε, κι ο ήλιος έγινε φωτεινότερος
με την ομορφιά του, όπως απέβαλε αργά-αργά
επιδεικτικά αργά τα λίγα ρούχα του.
βούτηξε, σαν αρχαίο άγαλμα εν κινήσει.
κολύμπησε, ανάσκελα, το πέος του προκλητικά
ανδυόταν από τη μαγεμένη θάλασσα.
τα βλέμματά μας παιχνίδιζαν, υποσχόμενα.
βγήκε αστραφτερός θεός, τυλιχτήκαμε σε χαμόγελα
αποδοχής των πάντων, σε χάδια ανήκουστα διεγερτικά,
σε φιλιά εξοντωτικά ακραία.
ήθελα να κλάψω από ηδονή,
να ταπεινωθώ από ηδονή,
να γίνω ανοιχτή πληγή από ηδονή,
να εκμηδενιστώ.

να σβήσω...

χαλαρώσαμε σ' ελάχιστη σκιά, ψιθυρίζοντας τα ονόματά μας,
αποκαμωμένοι, με σεμνά αγγίγματα αδυναμίας πια.
τώρα κοιμάται, κι απορώ
πώς τόση ομορφιά μού εμπιστεύεται,
πώς παραδίδεται, σε μένα τον άγρυπνο σύντροφο, τόσο πολύ,
βέβαιος ότι στο ξύπνημα του μεσημεριού,
θα τρέχουμε στη θάλασσα, στη θάλασσα οι δυό μας,

ο εφήμερος σύντροφός μου, που δίπλα μου κοιμάται.



ΖΩΩΔΩΣ 

και των δυό μας τα χέρια
έτρεμαν,
και των δυό μας η φωνή
σα να έπρεπε εύθραυστες στην προφορά λέξεις
να προφυλαχτούν,
και των δυό μας το βλέμμα
πελώριο, αγχώδης ερωτηματικό.

γελοία αδιάφορη περνούσε η ώρα.

πώς μεγαλώσαμε έτσι ;
πώς φτάσαμε δυό άνθρωποι
να φοβόμαστε το ανθρώπινο απλό:
φιλικά, φιλικά έστω, φιλικά απλά
να αγγιχτούμε ;



Η ΑΝΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ 

ζέστη.
πρώτη ζεστή μέρα του καλοκαιριού.
τα αναιδή αγόρια του λυκείου
με τις κνήμες, τους μηρούς όλο μύες
τον ήλιο προκαλούν.

ο δρόμος για λίγο γίνεται θέαμα
ερωτικό.

μέρα ζεστή.
για νερό πολύ διψάω,
για σάρκα υπόκαυτη κάτω από τα χείλη μου,
σε δωμάτιο δροσερό, μισοσκότεινο.



Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

γυμνός ο ίδιος, λεύτερος,
τις λέξεις μου γιατί να ντύνω
με υψηλά ιδανικά;

ένα καυτό απόγευμα
με έφηβο ονειρεμένο,
πρόθυμο, για απώτατες φαντασιώσεις
να δοθεί
σ' αυτή την τέλεια αμμουδιά για δυό,
με πόσες μέρες δόξας εξισώνεται;

την αλήθεια, σαν γυμνό σώμα αγοριού, γυμνή:
τίποτα δεν υπάρχει
πέρα από τα ζωοδόχα αγάλματα εφήβων από σάρκα,
τίποτα πέρα από πέος και πρωκτό.



Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

το γραφείο το ατέλειωτο, για χάρη σου
συρρικνώθηκε
στο μικρό αυτό χώρο στο παράθυρο δίπλα
με βάθος ήλιο κι ουρανό.
για χάρη σου
οι ώρες άλλαξαν βηματισμό.
για χάρη σου
πλησιάζω κι εκατοστά μετράω.
μιλάω και ψίθυρο συλλαβών ακούω.
τη μέση σου κοιτάζω και καίνε τα μάτια μου, καίν.

αλλά ακίνητοι στεκόμαστε:
χώρος ήλιος χρόνος,
για χάρη σου.
μα ακίνητα πεισματικά
δυό σώματα στεκόμαστε,
κι η φωτιά να καίει σιγά

ανάμεσά μας αντί μέσα μας.

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011


ΕΡΓΑ

ο ήλιος έκαιγε,
και κούροι σκαφτιάδες
ξεκουράζονταν
στον ίσκιο των ευκάλυπτων
στην άκρη του ατέλειωτου δρόμου.

και με τον ιδρώτα να στεγνώνει
στην ηλιοκαμένη μασχάλη,
και τη χαλάρωση των μυών,
τα λόγια λιγοστεύουν, αρχίζει η αναπόληση.
κρυφός θαυμασμός σκιρτά
για τους ωραίους ώμους, τα χέρια τα σκληρά
του διπλανού, τα στήθη, τα χείλη…

έρημος ο τόπος,
κλείνεις τα μάτια κι αφήνεις τα δάχτυλα
σαν κεραίες να κινούνται στο μηρό
του άλλου και μέσα από το άγριο ύφασμα
η στύση αφηνιάζει,
χέρι γίνεται το σώμα σου όλο
και φιλιά παντού.

σηκώνεται ο διπλανός βαριά,
έρημος ο τόπος, ένα γύρω σιωπή.
φευγαλέο το όνειρο κόπηκε,
σαν ντροπαλά χαμογελούν οι σύντροφοι
στη θύμηση των χτεσινών εφηβικών μας χρόνων,
κοντά, τόσο κοντά ακόμα
που το στόμα σου θέλει κι άλλο νερό
πριν αδέξια σηκωθείς.

ελαφρά πέφτει η αξίνα,
βαριά στα σκέλη κρυμμένη, όλων ναι, επίμονα
η στύση στον ήλιο καίει.



ΕΡΩΤΑΣ ΧΑΜΕΝΟΣ 

μόλις γνωριστήκαμε,
ασύλληπτα αυθόρμητα,
με κάλεσες στη σκηνή σου.

κι εγώ, τρομαγμένος μ' αυτό το αναπάντεχο κέλευσμα
εφήβου μόλις δεκαπεντάχρονου,
συνετά σου είπα, πως τέτοιες προτάσεις δεν πρέπει...

μέχρι και συγγνώμη ζήτησες, στα σοβαρά.

ενώ πιο μέσα στη νύχτα, και την επόμενη νύχτα,
και άλλες νύχτες, και εβδομάδες μετά,
απελπισμένα έψαχνα πώς να σε κάνω να αντιληφτείς
ότι θα χαιρόμουνα να δεχτώ μια ανανεωμένη πρόσκληση,
ότι τα πρέπει και δεν πρέπει είναι πολύ σχετικά
μεταξύ φίλων
(φίλοι, φίλοι στενοί είχαμε γίνει από την πρώτη ώρα).

μάταια.
κανένας υπαινιγμός δεν κλόνισε το αρχικό δεν πρέπει.
η φιλία μας, σαν μετεωρίτης, έκαψε όλο το στερέωμα,
μας φθονούσαν όλοι.
και οι υποψίες πάμπολλες.

αλλά ήμουνα δειλός τότε, νέος πολύ
για βήματα χωρίς επιστροφή.

ΕΣΤΙΑΤΙΟΡΙΟ

καθόταν τρία τραπέζια πέρα
στην κατάμεστη αίθουσα.
τους ώμους του έβλεπα, το σγουρό κεφάλι
με το σβέρκο το νεανικό σαν επιδεικτικά διαθέσιμο.

συζήτηση, εδέσματα, κρασί, νοσταλγικά τραγούδια:
μικρές απολαύσεις εναλλάσσονταν με τη χαρά των ματιών μου
να κοιτάζω στα κλεφτά το νεαρό αυτό,
οι γεύσεις να καλούν τη φαντασίωση άλλων γεύσεων δυνατών.
με τα μάτια μου, του αφαιρούσα ένα ένα τα ρούχα τ’ άχαρα
και όνειρο μωσαϊκό μου φανέρωσε το σώμα αυτό το εφηβικό.
και όλο δυνάμωνε η αδημονία να τον δω ολόσωμα,
κοντά μου να τον νιώθω.

και ήταν, ναι, αγόρι απ’ τα λίγα
όταν σηκώθηκε για να περάσει μια παρέα,
και είδα, και τον είδα να στέκεται
σε απόμερη απόκρημνη ακτή,
έφηβο ολόγυμνο και τόσο προσιτό,
που ασυναίσθητα κι εγώ σηκώθηκα
ξεχνώντας συγγενείς και χώρο και βοή, τους πάντες,
ως και βήματα θα έκανα…

δευτερόλεπτα μόνο προσηλωμένα.

αλλά φρόνιμα πάλι κάθισα, για αφηρημάδα είπα.
το βράδυ έσπασε στα δυό, μάτια και νους αλλού.

αργότερα, στο κρύο φως της νύχτας,
μικρές παρέες αγοριών, σκιές σωμάτων διαλεχτών,
με βήματα νευρώδη
προσπερνούσαν την αργόσχολη παρέα μας
των συγγενών.

του έρωτα οι εφεδρείες ανεξάντλητες,
σκέφτηκα.



ΕΤΕΡΩΝΥΜΑ

ακόμα η ώρα ζεστή
πριν πέσει για καλά η νύχτα.
και δεν λέγαμε ν’ αποχωριστούμε,
να ξεκουράσουμε τη φαντασία μας
που όλο έπλεκε καταστάσεις
και συμπλέγματα ετερόκλητα
με τρελή επιμονή.

τί να φταίει;

ο χρόνος είναι ανοιχτός,
ανεξάντλητα τα νειάτα,
τεράστια η χώρα.
τί προσδοκούμε ανομολόγητα;
ποιό σημάδι; ποιά λέξη;

κι η βραδιά προχωράει με γνώριμο ρυθμό.
αγνώριστοι θάμαστε σε λίγο,
αντίπαλοι,

αινιγματικοί γι’ άλλη μια φορά.



ΕΦΕΔΡΕΙΕΣ 

ένα απόθεμα υποταγής
είχε μείνει ανεκμετάλλευτο.
κι έτοιμος ήμουνα
ό,τι ζητούσες να το προσφέρω με περίσσια στοργή.

κι αν δεν δάκρυσα, ήταν η έντονη απόλαυση της στιγμής.
μέσα στο κουβάρι της ηδονής,
η απορία μου: πώς οι δικές σου εφεδρείες στοργής
τα ξεπερνούσαν όλα, πως τα πολλά που έδωσα
λίγα ήταν στη ζυγαριά, με τα χρύσα σου χέρια, το
χρυσό σου σώμα προσφορά όλο, υπέρτατο.

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011


ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΑ

ξαναβρίσκω ένα νησί.
πίσω μου η θάλασσα
επιμένει να υπενθυμίζει...
μα δεν θυμάμαι, δεν είναι ώρα για παρελθόν.

βρίσκω ένα νησί,
και να που ανεβαίνω χωρίς αυταπάτη καμιά.
ανεβαίνουμε οι δυό μας, ο ντόπιος κι εγώ,
σε δώμα ψηλά, στην Άνω Χώρα.

βρήκα το νησί.
ξαναλέω τα μελλούμενα – εμπιστοσύνη.
αλλά γιατί μοιάζουν οι προφητείες μου
τόσο πολύ με το

παρελθόν;



ΕΠΑΝΑΣΥΝΔΕΣΗ

χτες το μεσημέρι, πόλη δεν υπήρχε.
όλα τα κτίρια αφηρημένη τέχνη.
οι φωνές των ανθρώπων είχαν γίνει μουσική:
σε ξαναείδα εκεί που πρωτοσυναντηθήκαμε
σε χρόνο νοητό,
σε ξαναείδα στον ήλιο...
κι ό,τι σκιά, μυστήριο, ασπόμαυρη φαντασίωση
με γαλάζιο κόκκινο κίτρινο χρωμάτισαν την ώρα.

σε ξαναείδα.
απόψε θα είμαστε σαν δύο πολύ απλοί φίλοι
με συμπιεσμένη χαρά, με σχέδια μεγάλα!
αλλού βογγάει η θάλασσα
αλλού...



ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟΣ ΟΡΓΑΣΜΟΣ 

ναί, τοίχοι λιγδιασμένοι,
ναί, φώτα σκοτεινά.
ναί, μυρουδιές σκουπιδιών κι ιδρώτα.
ναί, οι ψίθυροι των άλλων απ' έξω.
ναί, οι σκιές των ποδιών να κινούνται σιγά.
ναί, η γλώσσα μου να καίει, στους μύες σου απάνω κάπου να καίει.
ναί, τα χέρια μας να μη φτάνουν.
ναί, η απάντληση της ηδονής να μη φτάνει.
ναί, να μή φτάνει, τα σώματά μας να μή φτάνουν,
κλειδωμένα το ένα με τ' άλλο,

για το σαν απειλή, σφαδάζοντα οργασμό!



ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ

σ’ έναν άτλαντα παλιό
κι από χάρτη σε χάρτη,
θάλασσα προς θάλασσα
ταξίδεψα μαζί σου στην άκρη του κόσμου.
λιμάνια, νησιά αναδύονται,
γεμίζουν με άγχος και προσδοκίες την εύθραυστη μέρα.
έγινε και το πλοίο ένα γνώριμο νησί χωρίς προορισμό.

γιατί προορισμός είναι πάλι η επιστροφή,
ο παλιός μας κόσμος.
εύκολη πατρίδα δεν θα βρεθεί.
τόξερες αυτό.
όσο και να συλλαβίσεις εξωτικά ονόματα,
ξένος δεν γίνεσαι, ξένος δεν γυρίζεις…

στο χάρτη ήδη ακολουθώ - αγωνία γεμάτος -
το δρόμο της επιστροφής.
πιο οικεία ηχούν τα ονόματα.
μπήκες στη Μεσόγειο,
πέρασες το Ταίναρο,
αγναντεύεις τον Πειραιά.
ήρθες.

έλα,
κλείσε εσύ τον άτλαντα, τους χάρτες,
σβήσε απ τα μάτια μου τις θάλασσες
κι ας αγαπηθούμε…



ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ

χρόνια κι ακόμα χρόνια θα περάσουν.
η ηδονή έμεινε στον ίδιο τόπο
λίγα μέτρα από τη θάλασσα.

χρόνια κι ακόμα χρόνια θα περάσουν.
οι ίδιοι, πάντα ίδιοι νέοι θα προσφέρονται.
χρόνια κι ακόμα χρόνια να περάσουν.

στον έρωτα της αρετής
χαμένη χρονιά ούτε πόλεμος αφήνει,
μάρτυράς μου τα χρόνια
αρχαίων αγαλμάτων
κι επιγραφών.

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011


ΕΝΑΥΣΜΑ

φτάσαμε στην πηγή
προσκυνήσαμε την πηγή
ξεδιψάσαμε στην πηγή.
ηδονοστάλιστο το νερό στα χείλη μας,
κι η πηγή, η πηγή να τρέχει σαν το νου,
να προτρέχει:
βαθύσκια μέρη κάλεσμα γύρω μας.
γύρω από το γέλιο του νερού
τα βλέμματά μας δεν γελούσαν πια.
εντατικά ακούμε το νερό να τρέχει
την καρδιά μας να τρέχει
το αίμα μας να ρέει ορθά

κάτω από την πρώτη αφή των χεριών.



ΕΞΑΡΧΕΙΑ

πολυκατοικίες περνάν αγέρωχα.
αυτοκίνητα περνάν εχθρικά.
άνθρωποι περνάν απρόσωπα.
νέοι άνδρες περνάν, ο δρόμος βαθμιαία δίνει στα μάτια μου ρυθμό.
στο βάθος περπατάει ένας νεαρός νωχελικά,
με ρούχα πρόχειρα, που σχεδιάζουν
περίγραμμα τέλειο, άγαλμα ηδονικό
τόσο, που με κόπο κλείνω το στόμα μου,
με κόπο πια βαδίζω - κι όπως ζυγώνει
είναι όλος χρώμα, όλος κίνηση, όλος πρόκληση,
ο ήλιος στο δρόμο όλος ερεθισμός.



ΕΞΟΡΜΗΣΗ

θάλασσα, φέρε μου ένα νησί
νησί των Κυκλάδων δίπλα στο πλοίο.
φέρε μου αμέτρητα λευκά εξωκλήσια στο δρόμο μου
και σπίτια κυβικά,
και νέους ναυτόπαιδες σε δροσερές αυλές.
φέρε κι ένα φρούριο μισογκρεμισμένο στην εκδρομή,
κρυψώνες, σπηλιές, κι άλλα πολλά φέρε, ήλιε,
που χρόνο δεν βρίσκω να τα πω.

γιατί όμως να ντραπώ
για μια σπάνια ευτυχία;



ΕΞΟΥΣΙΑ 

... κι όπως από διαίσθηση βαθύτερη
για κάτι εκθαμβωτικά ωραίο,
το βλέμμα μου σ' εσένα έπεσε,
τόση ομορφιά να χωράει σ' ένα σώμα,
τόση αθώα ερωτική πρόκληση,

θυμός το θολό μυαλό μου διαπέρασε :
να μην έχω, να μήν έχω εξουσία υπέρτατη
που να μου δίνει, χωρίς αντίσταση - με προθυμία; -
αυτό το σώμα,
γιατί, γιατί να πρέπει τόση ομορφιά,
τόση ηδονή να χάσω;

κι αν το βασίλευμα εκείνο, φυσιολογικά
με τη γοητεία της ώρας, μας έφερε κοντά
γρήγορα να αγγιχτούμε, γρήγορα να εκτινάξουμε
αποθέματα ηδονής απροκάλυπτης
με το αχόρταγο πάθος μου για τη γραμμή την τέλεια
του σβέρκου και των ώμων σου,
των σαν αποκάλυψή σου μηρών!

άχρηστη, μακριά η σκέψη μου του θυμού,
γελοία δίπλα στη δική σου εξουσία...



ΕΠΑΘΛΟ

από τους δυό με είδε ο νεώτερος - που γνώριζα,
και σ' ένα νεύμα του,
συνωμοτικά κολυμπώντας χωρίς παφλασμό
αποκακρύνθηκα
με έκπληξη και πικρία.

τί κι αν μέρες πριν το νεαρό αυτό
τα μάτια μου, καίγοντας, είχαν σημαδέψει
στην απόμερη ακτή…
σ' απόσταση λίγων μέτρων το σώμα του
- νεαρού πολυαθλούμενου το σώμα -
για ώρα, με καυτές ματιές,
με συρτά χάδια, τυχαία τάχα,
στις θηλές μου, στους μηρούς, κι αργά-ηδονικά στην ήβη,
συνεσταλμένα αρχικά, αναίσχυντα δηλωτικά στο τέλος,
την προσοχή του ζητιάνευα,
μα αγέρωχα αλλού το βλέμμα του.
ουδέτερα, αδιάφορα με κοίταξε μια-δυό.
κι απομακρύνθηκε.

όπως τώρα απομακρύνθηκα εγώ.
κι η απορία να με λιώνει: πώς μ αυτόν,
μ' αυτό τον άχαρο το μεσήλικα,
κι όχι με νέο της ηλικίας του σχεδόν,
σφρίγος με σφρίγος, η χαρά του ματιού
για την καλλίγραμμη μέση αλλήλων,
τα ίδια τα αρωματικά τα χνώτα,
ίδια αντοχή επάλληλα, ίδιος γνώριμος ρυθμός:
με μένα, γιατί όχι;

σήμερα, μεσήλικας ο ίδιος,
τί κι αν χωρίς παραδοχή του χρόνου, ατέρμονα νέος,
τα τότε κατανόω.
η ανάμνηση δεν πληγώνει πια:
νεαρός, ωραίος σαν λίγοι απόψε ο σύντροφος,
στην άρνηση της φθοράς, έβηφος το έπαθλο !

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011


ΕΝ ΤΗ ΓΕΝΕΣΕΙ

με τα ξανθά μαλλιά σου του βορρά,
με την ελληνική σου ομορφιά,
δάση της Οίτης ονειρεύομαι,
ξέφωτα υψώματα,
πορείες με ηχώ πολλή.
αλλά και σιωπηλά μεσημέρια
που τ’ ονειρεμένο γίνεται απλά
λεπτό προς λεπτό ζωή,
αμήχανη αποκάλυψη
που κάνει την ώρα σημαδιακή,
ασήκωτα ωραία!
ασύστολα ηδονική!
και το σώμα σου ένα ποίημα!
και τα σώματά μας διονυσιακή ιαχή!

και νάναι αυτό όνειρο.
τόσο άδικα νάναι όνειρο, όνειρο ακόμα
στα γαλανά σου μάτια του βορρά
στο βλέμμα μου…



ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΕΝΤΕ ΧΑΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

πέντε χαμένα ποιήματα
χάσκουν στο χαρτί,
άδειες από τίτλο γραμμές
σε γεμάτη σελίδα
με πυκνές ημερομηνίες κι αναφορές.
έναν τίτλο βέβαια συγκρατώ,
αμυδρά μια περιγραφή αμμουδιάς στην Κύθνο,
δάφνες, κι αγόρια μεγάλα
να παίζουν, να παλεύουν, να φωνάζουν,
εδώ εκεί να τρέχουν,
κι αργότερα η αποχώρησή τους με το ηλιοβασίλεμα.

αλλά οι στίχοι χάθηκαν.

το μεγαλύτερο αγόρι πάντως
δεν έφυγε με τους άλλους.
γιατί βαθιά στη μνήμη μου
ευλαβικά κρατάω, και τώρα ακόμα σαν
κατάσαρκα, τη δύναμή του,
τη βαθιά και των δυό, σαν οργή στην κορύφωση,
εκρέουσα ηδονή.



ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ

με τα χρόνια θα γεράσω.
το πρόσωπό μου, από επιθυμητό,
τα χείλη μου, από προκλητικά,
η ματιά μου, από θερμά πονηρή,
θα χάσουν αργά-σταθερά την ερωτική τους λάμψη.
οι τότε νέοι, από ευθύ φωτεινό βλέμμα νέου
θα αναθερμαίνονται ξανά και ξανά.

με τα χρόνια, θα γεράσω.
αλλά όσο μπορώ
θα κρατάω το πνεύμα μου νεανικό,
το σώμα μου ευλύγιστο, όσο μπορώ το σώμα μου
τουλάχιστο σωστό, ερωτικά αποδεκτό.

για να μην καταντήσω στο ψυχρό "πόσα θες;"
για να μην καταφύγω,
σοφός ίσως ναί, αλλά διψασμένος όσο ποτέ
για ένα έστω άγγιγμα,
στα αρχαιολογικά μουσεία, όπου τ' άγια τ’ αγάλματα,
όπου οι κούροι,
για ν' αποθαυμάζω τα σώματα περασμένων περιπτύξεων,
στο μάρμαρο να καθηλώνομαι
να αποθαυμάζω
την αιώνια άνοιξη του έρωτα στην ήβη των παλικαριών.



ΕΝΑΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

τα πρόσωπα της καθημερινότητας
έχουν αλλάξει.
οι φίλοι γίναν έχθροί
κι οι εχθροί φίλοι.
στην αλλαγή αυτή
λιθάρι φταίω κι εγώ.
το παρελθόν μου
έγινε σαν ενός ξένου παρελθόν,
τα γραπτά μου, από κείμενα,
αντικείμενα επιμέλειας,
αναμνηστικά…

κι εσύ, φίλε μου, αγόρι μου,
που μέσα σ’ ένα χειμώνα
τόση πίκρα, τόση ελπίδα, τόση χαρά προκάλεσες
και τ’ αγνοούσες,
πώς μ’ άλλαξες:
πώς;