Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011


ΜΗΝΥΜΑ ΣΕ ΕΥΚΑΛΥΠΤΟ

ποιητής
νεαρό ποιητή γυρεύει
εδώ
σε ώρες μεσημεριού
στον ήλιο του χειμώνα.

(του χειμώνα του…)



ΜΙΣΘΟΦΟΡΟΙ

θάλαμος στρατιωτών, κρεβάτια στη σειρά,
στρατιώτες στον ύπνο άνθρωποι,
στρατιώτες στον ύπνο νέοι
στρατιώτες μια σειρά,
παιδιά που το παιχνίδι του πολέμου σε αλάνες
σε δάση, σε ερημιές,
μετεξελίχτηκε απάνθρωπα
θανάσιμα
σε άρνηση ζωής.





ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ

τα στενά μυρίζουν δερμάτινα και ξυνή εκπνοή.
κόσμος κόσμος κόσμος.
ξένοι πολλοί, νέοι πολλοί
ντυμένοι τα ελάχιστα, σαν έτοιμοι
για το κάλεσμα
που σ’αυτήν ή σε άλλη γωνιά
το ίδιο γλυκιά
παραμονεύει.

σήμερα γιορτάζουν τα μάτια μου,
χορταίνουν τα χέρια μου
νεαρών χεριών μύες όλων των ηπείρων
στο αργόσυρτο πλήθος.
αγγίγματα στην πλάτη, στη μέση,
στους γλουτούς με το μηρό
- να περάσω τάχα.
παίρνω νεαρούς φιλικά από τον ώμο,
συγνώμη, λάθος, νόμιζα,
για άλλον σε πήρα.

και στο βλέμμα πολλών
με απορία, με λύπη
ο “άλλος” με κοίταζε.



ΜΥΗΣΗ

των αγοριών οι παρέες
στους δρόμους, στις πλατείες,
με τί τίναγμα του κεφαλιού αλαζονικό φωνάζουν,
με τι αυθάδεια ανοιξιάτικη τα μάτια τα πύρινα
καρφώνουν στους γύρω
και ερωτικά προκαλούν !

αλλά όταν στην πιο έρημη γωνιά της ακτής
βρεθεί το αγόρι νεόγυμνο, χωρίς τα ρούχα τα σκληρά
του έξαλλου ανδρισμού - μικρός που φαίνεται,
με τα γλυπτά του χέρια κρεμασμένα χαμηλά -
και τ' ακροδάχτυλά μου τα έμπειρα
την παρθένα του θηλή περιαγγίζουν,
πόσο σεμνά ρωτάει, με πόση αγωνία από φόβο κι επιθυμία,
ποιά ηδονή ανυποψίαστη του επιφυλάσσεται,
ως πού θα φτάσουμε ;
ποιά η νομή των ηδονών ;

κείνη την ώρα, νηφάλια σχεδόν, πανάρχαιη μύηση ξεκινώ.
με κατανόηση πολλή, αργά χαρίζοντας
λεπτές αποχρώσεις στοργής κι ηδονής,
του έρωτα ανδρών κι αγοριών νέο θεό δημιουργώ.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011


ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

στη θάλασσα,
στη γωνιά μου την προφυλαγμένη, γυμνός
σαν φυσικό στοιχείο,
αλλά με πόσα δικά μου αντικείμενα γύρα μου :

ψάθα διπλή, πολύχρωμα προσόψια,
το τελευταίο αντιηλιακό,
διπλωμένα τα ρούχα μου στην άκρη,
τα πέδιλά μου πρόχειρα,
αλοιφή κατάλληλη και προφυλακτικά.

δίπλα στη θάλασσα όλα, δίπλα στα βράχια,
σε γυμνά σώματα ηλιοπόνητα δίπλα
παράταιρα, ανοίκεια πράγματα.

και περιμένω σαν αράχνη στον ιστό
τα θύματα,
τα αγόρια με το χάος των ορμών
τα αγόρια σ' έμμονη αναζήτηση του έμπειρου συντρόφου,
τα αγόρια με τη δίψα για αλλοιώτικη, βαθύτερη ηδονή,
τα αγόρια τα θεοχάρακτα
που από άνδρα κυνικό, αράχνη μάλλον ύπουλη,
των ηδονών ιεροφάντη κυρίαρχο,
έφηβο θα μ'αφήσουν, έφηβο τρωτό.





ΜΗ ΞΕΡΟΝΤΑΣ, Ή ΑΤΟΛΜΑ...

το απέναντι σπίτι έκοψε στα δυό
όλη μου την κινητικότητα,
και με τις ώρες παραμονεύω στο παράθυρο.
με προφάσεις χίλιες κάθομαι δω
και κοιτάζω
και κοιτάζω
και φαντασιώνομαι.

μάταια ίσως, μάλλον μάταια.
τα όνειρα, όνειρα θα μείνουν.

αλλά αυτό το ανθισμένο εφηβικό σώμα
μια ακόμα φορά να δω καλά.
να χορτάσω αυτή την κίνηση του χεριού στα μαλλιά,
να ξαναδώ αυτό το κεφάλι
αυτό το στήθος, και...
και,
ανέλπιστη στιγμή – θεοί! -
αυτά τα μάτια να με κοιτάζουν
έκπληκτα, για την επιμονή των ματιών μου
στους γυμνούς, ηλιοκαμένους μηρούς,
τα μάτια σου τα μαύρα να με κοιτάζουν

μη ξέροντας, ή άτολμα…



ΜΗΘΥΜΝΑ

οι στέγες όλες
προσκυνούσαν με αγχομαχητά
την κορυφή.
ο άρχοντας και ο πολύς λαός
να έσμιξαν ποτέ;
χωρίς φρουρά
χωρίς τελετουργίες;
ρωτάω τους δυό συντρόφους μου νεαρούς
- νέοι πολύ, υπέρ το δέον νέοι,
παιδιά μεταναστών και πρόθυμα
για κάθε τί
που θα παρέτεινε για δυό τρεις μέρες
την παραμονή τους στο νησί -
αν ήσουν άρχοντας εσύ
μ’ ένα στρατιώτη δίπλα σου
θα χάιδευες εμάς;

οι εποχές πώς άλλαξαν,
η ώρα πώς περνάει:
πρωί όπως τους διάλεξα
σαν άρχοντας μιλούσα.
τώρα το απομεσήμερο, μετά την πρώτη μέθη,
με ειρωνία η απάντηση στην άστοχη ερώτηση.
κι απόψε η αυθάδεια, το ξέρω,
θα σκιάσει και των δυό την ομορφιά.
θα χαίρομαι ανήσυχα την ηδονή
κι αν αύριο δεν διαλύσω την παρέα
μπορεί και να παιχτεί
της ιστορίας το γνωστό αιώνιο δράμα
του προδομένου άρχοντα
και του όχλου…

τί λες κι εσύ, Σαπφώ;

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011



ΜΕ ΣΥΝΑΔΕΡΦΟΥΣ ΕΞΩ

καθόσουνα μακριά μου, στην άλλη άκρη του τραπεζιού,
είχες έρθει από τους τελευταίους.
με το ημίφως, τη μουσική, τα πειράγματα, όλοι αποβάλαν
το υπηρεσιακό τους προκάλυμμα, όλοι χαλάρωσαν.
η βραδιά προχωρούσε.

καθόσουνα μακριά μου, στην άλλη άκρη του τραπεζιού.
το πρόσωπό σου, μέσα στην ομήγυρη, μου φάνηκε
λιγότερο οικείο από ποτέ,
σαν να απαιτούσε - αντίθετα με τους άλλους - περισσότερο,
όχι λιγότερο σεβασμό, ένα πρόσωπο απίθανα νεανικό
(ήσουνα κι ο νεώτερος όλων)
κλεφτές οι ματιές μου,
καθόσουνα μακριά μου, στην άλλη άκρη του τραπεζιού.

η βραδιά προχωρούσε, ανεκπλήρωτη.
όταν πια μελαγχόλησα, κι η βοή μ' αποξένωσε
τόσο που δεν συμμετείχα πια παρά μηχανικά, μ' ένα χαμόγελο
προεντεταμένο,
σε είδα να υψώνεις το ποτήρι σου προς τα μένα,
με χάρη γνήσια, σα χειραψία αθλητού,
μ ένα χαμόγελο τόσο οκείο
να εξιδανικεύει το πρόσωπό σου,
στη στιγμή ξέχασα, στη στιγμή, τα χέρια τα μεγάλα τα ωραία
τα πολλά υποσχόμενα του σχεδόν διπλανού μου.





ΜΕΣΗΛΙΚΑΣ

τα χείλη μου λεπτύναν.
το πρόσωπό μου μόνο σε ημίφως χαμηλό
δείχνει ακόμα νεανικό.
τα μαλλιά μου διεκδικούν σοφία, καταστάλαξη
ήμερες ώρες, ένα πλούσιο αρχείο ζωής
και ένα ισόρροπο, τακτοποιημένο μέλλον.

πώς όμως, πώς
ξεραίνει η δίψα με τα χρόνια πιο πολύ ;
πώς έγινε μανία,
τα μάτια μου απεγνωσμένα να ψάχνουν σώματα εφηβικά,
να μη χορταίνω χάδι,
όλο και νέες ηδονές να ζητώ.

ηδονή,
από εξάντληση και πόνο
έναν πόντο παρακάτω,
σε απόσταση αναπνοής.



ΜΕΤΑ ΤΗ ΔΥΣΗ 

σαν λίμνη του κάτω κόσμου η θάλασσα τη νύχτα.
ίσκιοι αθόρυβοι τα σώματα που δυό ώρες πριν
επιδεικτικά ηλιόφερναν.
σε διαστολή μέγιστη, αλλά μάταια, οι κόρες των ματιών.
τώρα μαντεύει ο νούς, ιδανικά σχεδιάζει
κι ένα περίγραμμα συγκεχυμένο σε απομεινάρι φώς
αρκεί, ελευθερώνει πάθη καταχθόνια.

ζούμε την ώρα, την αποθέωση της αφής !

σε πνιχτή σιωπή, στους δυό μας
τρίτος ίσκιος δειλά σμίγει, και τέταρτος σε λίγο, πέμπτος,
ένα κουβάρι γινόμαστε πέντε ανδρών κορμιά δυνατά
που με σκοταδιού μανία, πλοκάμια σφιχτά ενωμένα
χέρια και χείλη αχόρταγα,
ηδονή απώτατη νέμονται,
λυτρωτικά ηδονή ανομολόγητη δίνουν κι απαιτούν.

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011


ΛΕΥΚΩΜΑ

κοιτάζαμε τις φωτογραφίες σου, συλλογή ολόκληρη.

φωτογραφίες παλιές όπου μου ήσουν άγνωστος
και μου έλεγαν πως δεν είμαι παρά ένας ξένος,
ξένος στο νησί σου, ξένος στη ζωή σου.

φωτογραφίες με άγνωστους για μένα ανθρώπους,
στο νησί κι αλλού,
που τους φθονούσα επειδή μάντευα
- πικρή αλήθεια -
πως τους νεμήθηκες ή σε νεμήθηκαν.

φωτογραφίες πρόσφατες με το χαμόγελό σου
χωρίς αινίγματα.

ακούσαμε τη μουσική που διάλεξες για μένα,
που με συγκίνηση θα διάλεγα κι εγώ:
μουσική του έρωτα που δεν γνωρίζει φραγμό.

κι οι φωτογραφίες
κι η μουσική
κι ο έρωτας γίνανε ένα.
τί μας χωρίζει;

έξω η μέρα αποθεώθηκε σ’ ένα ήπιο δειλινό.

έψαχνα το βαθύτερο νόημα στα πιο απλά σου λόγια.
ήταν το σώμα μου τόσο διάτρητο από ηδονή,
κι ας μη με είχες αγγίξει καν.
μαχόμουνα με τ’ αστέρια να κάνω την αδυναμία μου
δύναμη τεράστια,
για να προφέρω τη λέξη “φιλία” όσο πιο βαθειά μπορούσα.

συζητούσαμε σιγανά.

κι όταν έκλαψες
για τον ίδιο πάντα καημό που μας κατακαίει,
σ’ αισθάνθηκα κοντά πολύ,
πολύ-πολύ κοντά μου…





ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

οι μορφές αυτές όλες
που βιαστικά κινούνται στο χειμωνιάτικο πρωινό
με ρούχα ζεστά, πολλά, σκούρα
 - μην περιμένεις από τον ήλιο έλεος τόσο νωρίς,
η αμυγδαλιά στον κήπο άνθισε
αλλά η άνοιξη αργεί -
οι μορφές αυτές όλες
με την άχνα της θερμής ανάσας,
πόσο απέχουν από την αλαζονία του καλοκαιριού!
από την πρόκληση των ζωηρών ματιών
κάτω από μέτωπα ηλιοκαμμένα,
ηλιοκαμμένα.

ω ναι! ηλιοκαμμένα σας βλέπω
κάτω απ τα ρούχα γυμνά σώματα λιγνά,
με τα δικά μου ξαναμμένα μάτια!
και μέρες και εβδομάδες συμπτύσσω
σε οράματα ωρών καλοκαιριού!




Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011


ΚΡΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

άλλο ένα σύννεφο,
η άνοιξη ακόμα αγωνίζεται για δροσερά μεσημέρια.
η αμμουδιά έρημη, αγέρωχα τα βράχια.
πατήματα ξυπόλυτα πουθενά.

αλλά ψηλά ένα αγόρι,
ψηλά πάνω στο γαλάζιο,
γλαρογαλάζιο που ζαλίζει,
ένα αγόρι αγναντεύει τη θάλασσα,
τη θάλασσα, τον ορίζοντα,

με τόση επιτήδευση
που μέσα μου τρέμοντας λόγο πανάρχαιο ετοιμάζω,
και χειρονομίες,
για κείνον ίσως
ανέλπιστο μιας άνοιξης το πρώτο καίριο άγγιγμα.



ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΑ

χαμένη πάει η ώρα.
ζέστη πολλή, ο ήλιος ο ελληνικός παραφέρθηκε.
ως εδώ τα ερημοτόπια έρπει η απόγνωση των συνοικιών:
ψαράδες Κυριακής, οικογένειες με παιδιά, ζευγαράκια
αλλοιώνουν το γνώριμο μυστήριο των βράχων.
σ' ερωτικές φωλιές βασανίζουν καβουράκια, τρών αυγά.
ακούγονται φωνές γυναικείες
όπου σιωπή αγοριού, προσμονή παθιασμένου ψίθυρου, χάδια χωρίς λόγια
μέχρι χτές.

χαμένη πάει η ώρα.
το σκηνικό απογυμνώθηκε, όσοι νωρίς γυμνοί
το άχραντο σώμα τους, την άκρυφη ομορφιά, σαν φώς που
ενοχλεί βλέμματα περιπαιχτικά ή βλοσυρά,
με ρούχα στενόχωρα και λύπη έζωσαν,
ντροπαλοί ξαφνικά για την κατ' ιδία τόλμη, την επιχειρούμενη φυγή
από συμβατικές τροπές,
τώρα ξένοι ξανά, αναχώρησαν σκυφτά,
μέλη αμέτοχα σε κοινωνία πολλών "μή".



ΛΑΘΟΣ ΑΝΟΙΓΜΑ

καθόταν αναπαυτικά
μπροστά στην επιτακτικά αγχώδη οθόνη
της μεταμεσονύχτιας τηλεόρασης.
το πάνω σώμα γυμνό
- όλη την ώρα κάτι λίγα μόνο φορούσε
μέσα στο σπίτι,
το καλοκαίρι εισχωρούσε στα δωμάτια
από παντού –
λίγο πίσω του εγώ κι έχανα τον ειρμό
της πλοκής της ταινίας μυστηρίου
παρατηρώντας τον,
λαχταρώντας τον,
λατρεύοντας, πριν το αγγίξω καν,
πριν με γεμίσει,
το άλκιμο αυτό σώμα
το σκληρό από νειάτα κι άθληση.

γιος αδερφού, αίμα μου.

και σαν είδα πως στην καθήλωσή του
στα δρώμενα της ταινίας,
τα μακριά του χέρια κρατούσε
μόνιμα ψηλά ανάμεσα στους μηρούς
κι αφηρημένα ίσως χαϊδευόταν ανεπαίσθητα,
ελαφρά με το γυμνό μου πόδι
άγγιξα τη μέση του:
τί ξάφνιασμα αυτό
στο βλέμμα τι οργή!

του είπα για διάθεση πειράγματος.
δεν γέλασε
κι αφοσιώθηκε πάλι στην ταινία.

για καληνύχτα τον χάιδεψα φευγαλέα
στα μαλλιά, στον ώμο το γυμνό, ζεστό,
κι αποσύρθηκα χωρίς να βρω γαλήνη,
με το βλέμμα του
το θυμό του
τη σάρκα μου ακόμα να καίει…



ΛΑΥΡΙΟ

νεολαία και νεοκλασικά
εναλλάσσονται
σε αργή κίνηση.
σ' αυτή την πόλη που πεθαίνει
για πολλοστή φορά,
τα πάντα μου προσφέρονται, σκέφτηκα:
παρθένες ηδονές,
αποδιωγμό συστολής,
επιλογές, υποταγή.

αλλά γρήγορα οι ρόλοι αλλάζουν,
το αγόρι αυτό σε μία ώρα μέσα
ανδρώθηκε.
το όχι του, με συστολή το είπε,
σαν να ντρεπόταν να χαρεί κι άλλο
τις νέες του αισθήσεις, ηδονές άλλου είδους.
και νιώθω ανήμπορος με το όχι του να αιωρείται
σε κάθε μου χάδι, σε κάθε φιλί.
απότομα το αρχοντικό που καταφύγαμε
γίνεται ερείπιο,
το δωμάτιο που πλαγιάσαμε
μια απειλή σεισμού.

κι όμως στα μάτια του η λαγνεία καίει.
το σώμα του γυμνό
- ένας ύμνος στο Μύρωνα -
δικό μου γίνεται, δικό μου απελπιστικά !
όταν πω ναί στη δική μου υποταγή,
όταν τούτη την άχρονη ώρα
έφηβος τον έφηβο
καλεί...




Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011


ΚΕΡΟΣ

ασκητές του καλοκαιριού
με υπνόσακκο, νερό και τρόφιμα ελάχιστα
φτάσαμε στην Κέρο το γαλάζιο βουνό.

τ' απόγευμα έσβηνε, μιλούσαμε δυνατά
στη μοναξιά μας.
λέγαμε, ξαναλέγαμε όσα για αρχαίους κατοίκους
είχαμε διαβάσει, για σχήματα γεωμετρικά
για τα είδωλα τα ειδώλια,
κι όσα άγραφα, με το νού μας:
αρχαίων αγοριών την ομορφιά, τον έρωτά τους,
κρυφά θα σμίγανε στην ίδια αυτή μικροαμμουδιά
στην Κέρο το γαλάζιο βουνό.

με την έπαρση ξεχάστηκε ο φόβος ο παρασκηνιακός,
και στο ηλιοβασίλεμα
ψίθυρος πια η φωνή μας, οι λέξεις αραιές.
μια ηρεμία σαν μύρο, ηδονική, είχε απλωθεί.

ηρεμία τόση
που μόλις με τα πρώτα αστέρια,
και σαν με λύπη για κάτι που αμετάκλητα χάθηκε,
ενώσαμε τα χέρια μας, κοιταχτήκαμε στα μάτια
με στοργή πιο πολύ παρά με πόθο,
κι αφεθήκαμε...

νέοι ασκητές του καλοκαιριού,
στην Κέρο, το γαλάζιο βουνό.



ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ

ένα ημίφως σα σκόνη
γέμιζε την αποθήκη,
πέντε βήματα μέσα μπήκαμε
πιασμένοι πια απ’ το χέρι.
οι έρημοι δρόμοι, το άγχος, τα βιαστικά μας βήματα
κλειδώθηκαν έξω.
η αντήχηση του σύρτη
ακόμα παλλόταν, είμαστε μόνοι:
δυό κόμβοι ανάσα, καρδιά κι ορμή.

γδυθήκαμε τα λίγα
με χάδια σχεδόν μπηγμένα, δυνατά φιλιά με γλώσσα ανυπόμονη
γι’ άλλα φιλιά.
ένοιωθα τη ζωή μου ν’ αλλάζει πορεία,
το σώμα μου, δεν το όριζα πια.
τα δευτερόλεπτα ανακάλυπταν άγνωστα αποστάγματα ηδονής,
κι όταν είδα τα χέρια μου σ’ αντιστήριξη στον τοίχο,
κι η θέρμη του συντρόφου μέσα μου στον τοίχο σαν να είχε μεταδοθεί,
σιωπηλά ικέτευα, ψιθυριστά ικέτευα, δυνατά ικέτευα
η ώρα να μην τελειώνει,
η ώρα να μην τελειώνει…



ΚΟΛΩΝΑΚΙ

τοποθετήσαμε με προσοχή
ω με τί προσοχή
λέξεις πολιτισμένες στην κόψη του μαχαιριού.
κακολογήσαμε συγκαταβατικά φίλους κι εχθρούς.
καταστήσαμε την ασέλγεια αρετή,
την ειρωνεία δείγμα στοχασμού,
τη διαστροφή φιλία.
εύκολη η ζωή
όταν πίσω απ το ποτήρι κρύβεσαι με άνεση,
κρύβεσαι με την άνεση της αρχοντιάς
που τρέμει εκείνη την άγρια ηδονή
όταν ξεσπάει για να χαθεί μες απ τα χέρια σου.

ανεπανόρθωτα,
επειδή ήσουνα ξανά και ξανά ανειλικρινής.



ΚΟΡΙΝΘΟΣ

δεν γίνεται να μη σηκώνουμε
το βλέμμα στον Ακροκόρινθο
σε κάθε πέντε βήματα.

δεν γίνεται να μη σκεφτόμαστε
εταίρες και νέους, νέους με το νου
στην εβδομαδιαία ανάβαση.

δεν γίνεται να μη θαυμάζουμε
κάτω τον Κορινθιακό, και πάλι νέους
να σκεφτόμαστε, στη θάλασσα
με τους νέους παιχνίδια πονηρά.

δεν γίνεται να μη ρωτάμε τα μάρμαρα
τα μύρια όσα των καιρών,
και το χαμόγελο-αίνιγμα νεαρού επισκέπτη
απέναντι

όλα να τα λέει.




Τρίτη 1 Μαρτίου 2011






ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ

την πιο κρύα μέρα του χειμώνα,
με την άνοιξη, νά: στην άκρη του μονοπατιού,
μεσημέρια καλοκαιρινά οριοθετώ
για ώρες πολύ κλειστές,
σε αμμουδιά ονειρική σχεδόν έρημη και προφυλαγμένη.
και τα άγρια δάχτυλά μου της ηδονής
πότε στην άμμο χώνω βαθειά,
πότε στα σγουρά μαλλιά σου,
το αναπόφευκτο φθΙνόπωρο να εξορκίσω.



ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ 

ήταν μια σύντομη ζεστή βροχή.

ντροπαλά να προφυλαχτείς είχες έρθει
στην εσοχή εδώ:
πλάτη, χέρια, ώμους βρεμένους,
και πόδια με άσπρη την άμμο κολλημένη
σε μύες και τένοντες μελαχροινούς
από μακρύ κι εφηβικό καλοκαίρι.
κοντά-κοντά καθίσαμε, μή φτάσουν οι σταγόνες.
σ' ένα τυχαίο άγγιγμα, στα λόγια πολλά πνιγμένο,
ελάχιστα τραβήχτηκες, να κάνεις χώρο τάχα.
αμέσως ο λόγος στέρεψε, ακούγαμε τη βροχή.
ανάσαινα βαθιά, τη Μοίρα να μαντέψω,
η ώρα η επόμενη πώς θάταν, η αντίδρασή σου, αν...
και πέφτει η βροχή και πέφτει σιωπηλά κι αραιώνει.
το χέρι μου δειλά γλιστρούσε στο μηρό μου,
σαν χάδι αφηρημένο, μα πιο δεξιά σα να μή μπορούσε.
και μείναμε έτσι, λίγο,
ώσπου
αυθόρμητα την ίδια ακριβώς στιγμή
με ήλιο νεόκλητο να λάμπει στα μαλλιά, στα μέτωπα,
γυρίσαμε και κοιταχτήκαμε, το βλέμμα θολό ήδη,
μισάνοιχτο το στόμα, γλώσσα βαριά
κι αχ ανάσα πνιχτή
από στύση αβάσταχτη.