Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011


ΜΕ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΑΚΡΙΒΕΙΑ

εντύπωση πρώτη:
αμηχανία.
γιατί αν με το βλέμμα μου
τα μάτια σου στοχεύω φευγαλέα,
το φόβο τον αρχέγονο θα δω
βουβό κι αμοιβαίο.

εντύπωση δεύτερη:
αβέβαιο φως,
γιατί ακόμα ήπια τα υπονοούμενα,
χαμηλά τα χαμόγελα
κάτω απ τα χλωρά κλαδιά
των επιθυμιών,
πριν η αρχέγονη σιωπή
δονεί την καρδιά, το αίμα.

εντύπωση τρίτη:
δάχτυλα στοργής
στο σώμα σου
ανιχνεύουν τις ίνες του ευ ζην,
ανάσες ηδονής
ξεπηδούν απ το αρχέγονο παιχνίδι
των χαδιών,
κι ο ήλιος πασχίζει να δει
αυτό που έκανε τα μάτια μας
αίσια να κλείνουν:

τη δίνη την ηδύτατη,
εφηβικού κορμιού καυτού
στα επαρμένα χέρια μου
παραδομένου.



ΜΕ ΣΥΝΑΔΕΡΦΟΥΣ ΕΞΩ

καθόσουνα μακριά μου, στην άλλη άκρη του τραπεζιού,
είχες έρθει από τους τελευταίους.
με το ημίφως, τη μουσική, τα πειράγματα, όλοι αποβάλαν
το υπηρεσιακό τους προκάλυμμα, όλοι χαλάρωσαν.
η βραδιά προχωρούσε.

καθόσουνα μακριά μου, στην άλλη άκρη του τραπεζιού.
το πρόσωπό σου, μέσα στην ομήγυρη, μου φάνηκε
λιγότερο οικείο από ποτέ,
σαν να απαιτούσε - αντίθετα με τους άλλους - περισσότερο,
όχι λιγότερο σεβασμό, ένα πρόσωπο απίθανα νεανικό
(ήσουνα κι ο νεώτερος όλων)
κλεφτές οι ματιές μου,
καθόσουνα μακριά μου, στην άλλη άκρη του τραπεζιού.

η βραδιά προχωρούσε, ανεκπλήρωτη.
όταν πια μελαγχόλησα, κι η βοή μ' αποξένωσε
τόσο που δεν συμμετείχα πια παρά μηχανικά, μ' ένα χαμόγελο
προεντεταμένο,
σε είδα να υψώνεις το ποτήρι σου προς τα μένα,
με χάρη γνήσια, σα χειραψία αθλητού,
μ ένα χαμόγελο τόσο οκείο
να εξιδανικεύει το πρόσωπό σου,
στη στιγμή ξέχασα, στη στιγμή, τα χέρια τα μεγάλα τα ωραία
τα πολλά υποσχόμενα του σχεδόν διπλανού μου.



ΜΕΡΑ ΕΒΔΟΜΗ

σιωπή των μονολόγων:
εγώ τι θα πω,
εσύ με το εγώ μου τι θα πεις.

ανένδοτος ο καθρέφτης
την εικόνα σου πεισματικά μου αρνείται.

η σιωπή μου, το εγωλόγιο,
έξι μέρες κρατάει.

αλλά την έβδομη μέρα
από νωρίς οι λέξεις εκφυλίζονται.
ο ήλιος στα μάτια σου (στα μάτια μου;)
τα λέει όλα, σκέφτομαι,
κι ο αντίλογος περιττός.

πλάνη.
αλλά μ’ αυτά τα μάτια σου τρεις μέρες ζω.
το αίνιγμά σου τρεις μέρες ακόμα κρατάει.
γυαλί έγινε ο ακέραιος ο καθρέφτης
που δεν λέει να σπάσει,
που δεν σπάει...



ΜΕΣΗΛΙΚΑΣ

τα χείλη μου λεπτύναν.
το πρόσωπό μου μόνο σε ημίφως χαμηλό
δείχνει ακόμα νεανικό.
τα μαλλιά μου διεκδικούν σοφία, καταστάλαξη
ήμερες ώρες, ένα πλούσιο αρχείο ζωής
και ένα ισόρροπο, τακτοποιημένο μέλλον.

πώς όμως, πώς
ξεραίνει η δίψα με τα χρόνια πιο πολύ ;
πώς έγινε μανία,
τα μάτια μου απεγνωσμένα να ψάχνουν σώματα εφηβικά,
να μη χορταίνω χάδι,
όλο και νέες ηδονές να ζητώ.

ηδονή,
από εξάντληση και πόνο
έναν πόντο παρακάτω,
σε απόσταση αναπνοής.



ΜΕΤΑ ΤΗ ΔΥΣΗ 

σαν λίμνη του κάτω κόσμου η θάλασσα τη νύχτα.
ίσκιοι αθόρυβοι τα σώματα που δυό ώρες πριν
επιδεικτικά ηλιόφερναν.
σε διαστολή μέγιστη, αλλά μάταια, οι κόρες των ματιών.
τώρα μαντεύει ο νούς, ιδανικά σχεδιάζει
κι ένα περίγραμμα συγκεχυμένο σε απομεινάρι φώς
αρκεί, ελευθερώνει πάθη καταχθόνια.

ζούμε την ώρα, την αποθέωση της αφής !

σε πνιχτή σιωπή, στους δυό μας
τρίτος ίσκιος δειλά σμίγει, και τέταρτος σε λίγο, πέμπτος,
ένα κουβάρι γινόμαστε πέντε ανδρών κορμιά δυνατά
που με σκοταδιού μανία, πλοκάμια σφιχτά ενωμένα
χέρια και χείλη αχόρταγα,
ηδονή απώτατη νέμονται,
λυτρωτικά ηδονή ανομολόγητη δίνουν κι απαιτούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου