Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011


ΚΕΡΟΣ

ασκητές του καλοκαιριού
με υπνόσακκο, νερό και τρόφιμα ελάχιστα
φτάσαμε στην Κέρο το γαλάζιο βουνό.

τ' απόγευμα έσβηνε, μιλούσαμε δυνατά
στη μοναξιά μας.
λέγαμε, ξαναλέγαμε όσα για αρχαίους κατοίκους
είχαμε διαβάσει, για σχήματα γεωμετρικά
για τα είδωλα τα ειδώλια,
κι όσα άγραφα, με το νού μας:
αρχαίων αγοριών την ομορφιά, τον έρωτά τους,
κρυφά θα σμίγανε στην ίδια αυτή μικροαμμουδιά
στην Κέρο το γαλάζιο βουνό.

με την έπαρση ξεχάστηκε ο φόβος ο παρασκηνιακός,
και στο ηλιοβασίλεμα
ψίθυρος πια η φωνή μας, οι λέξεις αραιές.
μια ηρεμία σαν μύρο, ηδονική, είχε απλωθεί.

ηρεμία τόση
που μόλις με τα πρώτα αστέρια,
και σαν με λύπη για κάτι που αμετάκλητα χάθηκε,
ενώσαμε τα χέρια μας, κοιταχτήκαμε στα μάτια
με στοργή πιο πολύ παρά με πόθο,
κι αφεθήκαμε...

νέοι ασκητές του καλοκαιριού,
στην Κέρο, το γαλάζιο βουνό.



ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ

ένα ημίφως σα σκόνη
γέμιζε την αποθήκη,
πέντε βήματα μέσα μπήκαμε
πιασμένοι πια απ’ το χέρι.
οι έρημοι δρόμοι, το άγχος, τα βιαστικά μας βήματα
κλειδώθηκαν έξω.
η αντήχηση του σύρτη
ακόμα παλλόταν, είμαστε μόνοι:
δυό κόμβοι ανάσα, καρδιά κι ορμή.

γδυθήκαμε τα λίγα
με χάδια σχεδόν μπηγμένα, δυνατά φιλιά με γλώσσα ανυπόμονη
γι’ άλλα φιλιά.
ένοιωθα τη ζωή μου ν’ αλλάζει πορεία,
το σώμα μου, δεν το όριζα πια.
τα δευτερόλεπτα ανακάλυπταν άγνωστα αποστάγματα ηδονής,
κι όταν είδα τα χέρια μου σ’ αντιστήριξη στον τοίχο,
κι η θέρμη του συντρόφου μέσα μου στον τοίχο σαν να είχε μεταδοθεί,
σιωπηλά ικέτευα, ψιθυριστά ικέτευα, δυνατά ικέτευα
η ώρα να μην τελειώνει,
η ώρα να μην τελειώνει…



ΚΟΛΩΝΑΚΙ

τοποθετήσαμε με προσοχή
ω με τί προσοχή
λέξεις πολιτισμένες στην κόψη του μαχαιριού.
κακολογήσαμε συγκαταβατικά φίλους κι εχθρούς.
καταστήσαμε την ασέλγεια αρετή,
την ειρωνεία δείγμα στοχασμού,
τη διαστροφή φιλία.
εύκολη η ζωή
όταν πίσω απ το ποτήρι κρύβεσαι με άνεση,
κρύβεσαι με την άνεση της αρχοντιάς
που τρέμει εκείνη την άγρια ηδονή
όταν ξεσπάει για να χαθεί μες απ τα χέρια σου.

ανεπανόρθωτα,
επειδή ήσουνα ξανά και ξανά ανειλικρινής.



ΚΟΡΙΝΘΟΣ

δεν γίνεται να μη σηκώνουμε
το βλέμμα στον Ακροκόρινθο
σε κάθε πέντε βήματα.

δεν γίνεται να μη σκεφτόμαστε
εταίρες και νέους, νέους με το νου
στην εβδομαδιαία ανάβαση.

δεν γίνεται να μη θαυμάζουμε
κάτω τον Κορινθιακό, και πάλι νέους
να σκεφτόμαστε, στη θάλασσα
με τους νέους παιχνίδια πονηρά.

δεν γίνεται να μη ρωτάμε τα μάρμαρα
τα μύρια όσα των καιρών,
και το χαμόγελο-αίνιγμα νεαρού επισκέπτη
απέναντι

όλα να τα λέει.



ΚΟΦΤΑ

καλοκαίρι τελειώνει
κουρασμένα τα μάτια μου.
εποχή για νύχτες που ακόμα δεν ανήκουν
στο κρύο.

δεν ωφελεί να ψάχνω
κορυφές απόμακρες,
γωνιές ηδονών
που κάποτε ήταν...

λείπεις,
μού λείπεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου