Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011


ΛΕΥΚΩΜΑ

κοιτάζαμε τις φωτογραφίες σου, συλλογή ολόκληρη.

φωτογραφίες παλιές όπου μου ήσουν άγνωστος
και μου έλεγαν πως δεν είμαι παρά ένας ξένος,
ξένος στο νησί σου, ξένος στη ζωή σου.

φωτογραφίες με άγνωστους για μένα ανθρώπους,
στο νησί κι αλλού,
που τους φθονούσα επειδή μάντευα
- πικρή αλήθεια -
πως τους νεμήθηκες ή σε νεμήθηκαν.

φωτογραφίες πρόσφατες με το χαμόγελό σου
χωρίς αινίγματα.

ακούσαμε τη μουσική που διάλεξες για μένα,
που με συγκίνηση θα διάλεγα κι εγώ:
μουσική του έρωτα που δεν γνωρίζει φραγμό.

κι οι φωτογραφίες
κι η μουσική
κι ο έρωτας γίνανε ένα.
τί μας χωρίζει;

έξω η μέρα αποθεώθηκε σ’ ένα ήπιο δειλινό.

έψαχνα το βαθύτερο νόημα στα πιο απλά σου λόγια.
ήταν το σώμα μου τόσο διάτρητο από ηδονή,
κι ας μη με είχες αγγίξει καν.
μαχόμουνα με τ’ αστέρια να κάνω την αδυναμία μου
δύναμη τεράστια,
για να προφέρω τη λέξη “φιλία” όσο πιο βαθειά μπορούσα.

συζητούσαμε σιγανά.

κι όταν έκλαψες
για τον ίδιο πάντα καημό που μας κατακαίει,
σ’ αισθάνθηκα κοντά πολύ,
πολύ-πολύ κοντά μου…



ΛΟΥΤΡΟΠΥΡΓΟΣ

θαλασσοπαρμένοι,
παιδιά του θεού ακόμα,
ανηφορήσαμε το λόφο για το άσπρο εξωκλήσι.
δαφνοστόλιστες οι σκέψεις μας, τρέχαν αλλού.
κι όταν στο προαύλιο
αντικρύσαμε τα ίδια κυπαρίσσια,
τους ίδους άσπρους τοίχους,
την ίδια θάλασσα,
σιωπηρά αποδεχτήκαμε,
πως ούτε σήμερα θα δείξουμε υπέρμετρη χαρά,
πως ούτε σήμερα ανοίγουμε το μαγικό κουτί
την καρδιά μας ο ένας στον άλλον.



ΜΑΚΡΙΑ


λόγια φιλίας που δεν λέγονται,
μια χαρά πιο άσπρη κι από γιασεμί,
χίλια αστέρια σε μιά στιγμή

που χάνεται…

που χάνεται.

άδικα έλπιζα.
η εικόνα σου είναι κιόλας θολή
και πολλά χρώματα μαυρίζουν.
ένα χαμόγελο ξαναθυμάμαι,
από μακριά μια φωνή…

είσαι μακριά.

μακριά.



ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

οι μορφές αυτές όλες
που βιαστικά κινούνται στο χειμωνιάτικο πρωινό
με ρούχα ζεστά, πολλά, σκούρα
 - μην περιμένεις από τον ήλιο έλεος τόσο νωρίς,
η αμυγδαλιά στον κήπο άνθισε
αλλά η άνοιξη αργεί -
οι μορφές αυτές όλες
με την άχνα της θερμής ανάσας,
πόσο απέχουν από την αλαζονία του καλοκαιριού!
από την πρόκληση των ζωηρών ματιών
κάτω από μέτωπα ηλιοκαμμένα,
ηλιοκαμμένα.

ω ναι! ηλιοκαμμένα σας βλέπω
κάτω απ τα ρούχα γυμνά σώματα λιγνά,
με τα δικά μου ξαναμμένα μάτια!
και μέρες και εβδομάδες συμπτύσσω
σε οράματα ωρών καλοκαιριού!



ΜΕ ΑΔΕΙΑ ΧΕΡΙΑ

από τη νυχτερινή βροχή
λίγη λάσπη είχε μείνει.

από τη λάσπη στα σκοτεινά
λίγη σκόνη είχε μείνει στα ρούχα,
και λίγη ηδονή στο στόμα.

από το σύντροφο της νύχτας
ένα άγγιγμα είχε μείνει.

κι η νέα μέρα πάλι δροσερή.
κι οι ώρες θα κυλούσαν ως τη νύχτα
σε χαρούμενη ένταση.

.....

νύχτα ακίνητη.
η λάσπη ακόμα λάσπη.
ήρθα με φιλιά κι υποταγή στο στόμα,
με χέρια ζεστά στην ψύχρα του ουρανού
του κραυγαλέα μαύρου ουρανού.
ήρθα.
πώς φεύγω με μάτια άδεια;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου