Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011


ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

ο ουρανός για τον ήλιο, για τα πουλιά και τις μέλισσες!
η θάλασσα δική σου και για όλους!
μόνο, διάλεξε το βράχο σου,
την ώρα την πιο ξανθή
μες στην τεράστια Πειραϊκή!

ζωή, ασάλευτή ζωή.

χάδι το νερό σαν μια καλή αδερφή.
χάδι ο ήλιος
- έχει το πάθος το δικό της η φιλία –
χάδι ο βράχος, το σημείο των αιώνων.

Πειραϊκή, ασάλευτη Πειραϊκή.

είμαι η τέλεια οντότητα!



ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ

την πιο κρύα μέρα του χειμώνα,
με την άνοιξη, νά: στην άκρη του μονοπατιού,
μεσημέρια καλοκαιρινά οριοθετώ
για ώρες πολύ κλειστές,
σε αμμουδιά ονειρική σχεδόν έρημη και προφυλαγμένη.
και τα άγρια δάχτυλά μου της ηδονής
πότε στην άμμο χώνω βαθειά,
πότε στα σγουρά μαλλιά σου,
το αναπόφευκτο φθΙνόπωρο να εξορκίσω.



ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ 

ήταν μια σύντομη ζεστή βροχή.

ντροπαλά να προφυλαχτείς είχες έρθει
στην εσοχή εδώ:
πλάτη, χέρια, ώμους βρεμένους,
και πόδια με άσπρη την άμμο κολλημένη
σε μύες και τένοντες μελαχροινούς
από μακρύ κι εφηβικό καλοκαίρι.
κοντά-κοντά καθίσαμε, μή φτάσουν οι σταγόνες.
σ' ένα τυχαίο άγγιγμα, στα λόγια πολλά πνιγμένο,
ελάχιστα τραβήχτηκες, να κάνεις χώρο τάχα.
αμέσως ο λόγος στέρεψε, ακούγαμε τη βροχή.
ανάσαινα βαθιά, τη Μοίρα να μαντέψω,
η ώρα η επόμενη πώς θάταν, η αντίδρασή σου, αν...
και πέφτει η βροχή και πέφτει σιωπηλά κι αραιώνει.
το χέρι μου δειλά γλιστρούσε στο μηρό μου,
σαν χάδι αφηρημένο, μα πιο δεξιά σα να μή μπορούσε.
και μείναμε έτσι, λίγο,
ώσπου
αυθόρμητα την ίδια ακριβώς στιγμή
με ήλιο νεόκλητο να λάμπει στα μαλλιά, στα μέτωπα,
γυρίσαμε και κοιταχτήκαμε, το βλέμμα θολό ήδη,
μισάνοιχτο το στόμα, γλώσσα βαριά
κι αχ ανάσα πνιχτή
από στύση αβάσταχτη.



ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ

κι αυτό το σώμα του ήλιου στ’ άσπρα σεντόνια
είναι δικό μου.
πόσο ήλιο μάζεψα στην αγκαλιά μου
χτες και προχτές
απ την ώρα που ήρθα!

κατάλευκο το νησί, χωρίς υπερβολή!

αν ζούσα κι εγώ σαν αγόρι του ήλιου
εδώ,
με συντρόφους αγάλματα,
με την αιωνιότητα στην καθημερινή ζωή,
με μικροασχολίες και μεγάλες επιθυμίες…
και να σκεφτώ ότι αυτό το σώμα
θα είναι δικό μου
σε κάθε μέθη.

ήλιε,
φέρε το πιο δυνατό κρασί σου να πιω!
δική μου η μέρα!
δικό μου το νησί!



ΚΕΝΤΡΙΣΜΑ

κουρασμένο καλοκαίρι,
άφησε τα πρώτα σύννεφα να περνάν
πάνω από τις κορυφές.
και πόνος νοσταλγός με ζώνει.
ήταν εδώ, κι εκεί, και πέρα.
παντού κάποια ανάμνηση άφησε σαν σε βωμό.

για να θυμάμαι άραγε;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου