Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011


ΚΡΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

άλλο ένα σύννεφο,
η άνοιξη ακόμα αγωνίζεται για δροσερά μεσημέρια.
η αμμουδιά έρημη, αγέρωχα τα βράχια.
πατήματα ξυπόλυτα πουθενά.

αλλά ψηλά ένα αγόρι,
ψηλά πάνω στο γαλάζιο,
γλαρογαλάζιο που ζαλίζει,
ένα αγόρι αγναντεύει τη θάλασσα,
τη θάλασσα, τον ορίζοντα,

με τόση επιτήδευση
που μέσα μου τρέμοντας λόγο πανάρχαιο ετοιμάζω,
και χειρονομίες,
για κείνον ίσως
ανέλπιστο μιας άνοιξης το πρώτο καίριο άγγιγμα.



ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΑ

χαμένη πάει η ώρα.
ζέστη πολλή, ο ήλιος ο ελληνικός παραφέρθηκε.
ως εδώ τα ερημοτόπια έρπει η απόγνωση των συνοικιών:
ψαράδες Κυριακής, οικογένειες με παιδιά, ζευγαράκια
αλλοιώνουν το γνώριμο μυστήριο των βράχων.
σ' ερωτικές φωλιές βασανίζουν καβουράκια, τρών αυγά.
ακούγονται φωνές γυναικείες
όπου σιωπή αγοριού, προσμονή παθιασμένου ψίθυρου, χάδια χωρίς λόγια
μέχρι χτές.

χαμένη πάει η ώρα.
το σκηνικό απογυμνώθηκε, όσοι νωρίς γυμνοί
το άχραντο σώμα τους, την άκρυφη ομορφιά, σαν φώς που
ενοχλεί βλέμματα περιπαιχτικά ή βλοσυρά,
με ρούχα στενόχωρα και λύπη έζωσαν,
ντροπαλοί ξαφνικά για την κατ' ιδία τόλμη, την επιχειρούμενη φυγή
από συμβατικές τροπές,
τώρα ξένοι ξανά, αναχώρησαν σκυφτά,
μέλη αμέτοχα σε κοινωνία πολλών "μή".



ΛΑΘΟΣ ΑΝΟΙΓΜΑ

καθόταν αναπαυτικά
μπροστά στην επιτακτικά αγχώδη οθόνη
της μεταμεσονύχτιας τηλεόρασης.
το πάνω σώμα γυμνό
- όλη την ώρα κάτι λίγα μόνο φορούσε
μέσα στο σπίτι,
το καλοκαίρι εισχωρούσε στα δωμάτια
από παντού –
λίγο πίσω του εγώ κι έχανα τον ειρμό
της πλοκής της ταινίας μυστηρίου
παρατηρώντας τον,
λαχταρώντας τον,
λατρεύοντας, πριν το αγγίξω καν,
πριν με γεμίσει,
το άλκιμο αυτό σώμα
το σκληρό από νειάτα κι άθληση.

γιος αδερφού, αίμα μου.

και σαν είδα πως στην καθήλωσή του
στα δρώμενα της ταινίας,
τα μακριά του χέρια κρατούσε
μόνιμα ψηλά ανάμεσα στους μηρούς
κι αφηρημένα ίσως χαϊδευόταν ανεπαίσθητα,
ελαφρά με το γυμνό μου πόδι
άγγιξα τη μέση του:
τί ξάφνιασμα αυτό
στο βλέμμα τι οργή!

του είπα για διάθεση πειράγματος.
δεν γέλασε
κι αφοσιώθηκε πάλι στην ταινία.

για καληνύχτα τον χάιδεψα φευγαλέα
στα μαλλιά, στον ώμο το γυμνό, ζεστό,
κι αποσύρθηκα χωρίς να βρω γαλήνη,
με το βλέμμα του
το θυμό του
τη σάρκα μου ακόμα να καίει…



ΛΑΥΡΙΟ

νεολαία και νεοκλασικά
εναλλάσσονται
σε αργή κίνηση.
σ' αυτή την πόλη που πεθαίνει
για πολλοστή φορά,
τα πάντα μου προσφέρονται, σκέφτηκα:
παρθένες ηδονές,
αποδιωγμό συστολής,
επιλογές, υποταγή.

αλλά γρήγορα οι ρόλοι αλλάζουν,
το αγόρι αυτό σε μία ώρα μέσα
ανδρώθηκε.
το όχι του, με συστολή το είπε,
σαν να ντρεπόταν να χαρεί κι άλλο
τις νέες του αισθήσεις, ηδονές άλλου είδους.
και νιώθω ανήμπορος με το όχι του να αιωρείται
σε κάθε μου χάδι, σε κάθε φιλί.
απότομα το αρχοντικό που καταφύγαμε
γίνεται ερείπιο,
το δωμάτιο που πλαγιάσαμε
μια απειλή σεισμού.

κι όμως στα μάτια του η λαγνεία καίει.
το σώμα του γυμνό
- ένας ύμνος στο Μύρωνα -
δικό μου γίνεται, δικό μου απελπιστικά !
όταν πω ναί στη δική μου υποταγή,
όταν τούτη την άχρονη ώρα
έφηβος τον έφηβο
καλεί...



ΛΕΙΠΕΙΣ

λαμπρό το πρωινό τοπίο
από τα λίγα.
οδηγώ τα βήματά μου
όλο ψηλότερα
κι από κορυφή σε κορυφή.
η σκιά μου ασήμαντη στον όγκο της πλαγιάς.
μου έρχεται να γυμνωθώ στον ήλιο σύντροφο μπροστά
πάνω στα γυμνά τα μάρμαρα,
και ηλιοπαρακινούμενος
εφηβικά ερωτικά παιχνίδια να παίξω.
ο ήλιος σύντροφος να με χαϊδεύει τρελά,
τρελά.

ποιόν να ξεγελάσω;
λείπεις
και με το που μονολογώ τη λέξη «λείπεις»
σύννεφο περνάει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου