Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Εξιστόρηση (28)


Σημείωση για τους αναγνώστες που δεν θέλουν να παρακολουθήσουν την «Εξιστόρηση»: Κατά τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο 2011 αναρτήθηκαν κάπου 260 ποιήματα, όλα αφιερωμένα στη φιλία και τον ερωτισμό άνδρα προς άνδρα, ποιήματα εντελώς αυτόνομα.

Αντιθέτως, το έργο «Εξιστόρηση», που αναρτάται αυτές τις μέρες, αποτελείται από 94 ποιήματα, απόλυτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, με συγκεκριμένο θέμα τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σ’ ένα νεαρό και έναν άνδρα μεγαλύτερο. Θέμα ακανθώδες. Ολοκληρωμένη ιστορία. Έργο ποιητικής φαντασίας και ελευθερίας.

Προτείνεται στους αναγνώστες να διαβάζουν τα ποιήματα της «Εξιστόρησης» με τη σειρά που θα αναρτώνται. Κάθε ποίημα διατηρεί φυσικά την αισθητική του αυτονομία, αλλά εντάσσεται σαν κρίκος σε μια αλυσίδα. Ο ποιητής δίνει το λόγο στον άνδρα, που, απευθυνόμενος στο νεαρό, θυμάται, καμιά φορά ώρα προς ώρα, μέρα προς μέρα, και εξιστορεί...

Κάτι γίνεται, κάτι γίνεται. Η επαναπροσέγγιση είναι γεγονός. Υπάρχουν ακόμα τυχαία εμπόδια (η παρουσία άλλων, στο πρώτο ποίημα), το αγόρι θέτει ακόμα όρους υπομονής (μέχρι το καλοκαίρι, στο δεύτερο ποίημα).

Αλλά στο ποίημα 85. («μετά τις γιορτές»), οι επαφές έχουν αποκατασταθεί – ίσως όχι πλήρως, γιατί ο άνδρας διηγείται ακόμα σε ύφος παραπονούμενου. Οι αντιστάσεις δεν έχουν παραμεριστεί...




83.
ΜΥΡΟ

γιορτές κι ελπίδες φρούδες

ακάλεστος μπήκα χτες βράδι στο δωμάτιο
όπου καθόσουνα στο κρεβάτι
με τα εσώρουχα – βαθιά κάτω στους λαγόνες η κιθάρα -
με άλλα δυο ξαδέρφια έφηβους
γδυτοί κι αυτοί και σαν
συνεπαρμένοι με τη βαριά σου μουσική
των απειλών, του ολοκαυτώματος,
της συντέλειας του σήμερα,
που από καυτά ηχεία ταλάνιζε το χώρο
– τη μουσική που ήθελα
δική μας να μείνει
όπως εσύ δικός μου,
όπως ο στίχος αυτός δικός μας
σ’ ένωση μυστηριακή.

κι όπως ένιωθα παράταιρος
στη νεαρή αυτή παρέα σου την πρόσκαιρη
των ημερών,
λίγο μόνο έμεινα, τη μουσική κι εγώ να ακούσω
σαν υπόμνηση νοσταλγική:

οι ώρες οι μεστές, των δυό μας
οι σεπτές αναμνήσεις λεπτών προοιμίων ηδονών
πού πήγαν;

γιορτές κι ελπίδες φρούδες.

το δωμάτιο μ’ εξοστράκισε,
αλλά τα λόγια τα λίγα που με νόημα
συνόδεψες με τέλειες συγχορδίες
στην κιθάρα, πριν βγω,

έλαιο μου άπλωσαν στην πληγή των ματιών μου,
μύρο στ’ άδεια από χάδια μου χέρια.



84.
ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

σ’ όλο το σπίτι συγγενείς
χρονιάρες μέρες.
ένα λεπτό, ούτε ένα λεπτό
δεν είπαμε κάτι δικό μας,
ούτε στιγμή δεν κοινωνήσαμε
θέρμη αμοιβαία των χεριών
πέρα από χαιρετισμό και «χρόνια πολλά».
ω ναι, και φιληθήκαμε ακριβώς τα μεσάνυχτα:
στα μάγουλα τρεις φορές
από σύγχυση της στιγμής,
σεμνά γρήγορα, επιτρεπτά
(και ταραγμένα,
γιατί μέρες τώρα καίει το αίμα
και λαχταράει την επαφή
επιδερμίδα με επιδερμίδα
σε ζέστη χειμωνιάτικη γλυκύτατη,
στο λαιμό σου ένα φιλί).

αλλά κι εδώ τα μάτια σου υπενθύμηση ηχηρή:
ότι μακριά το καλοκαίρι,
μακριά το νησί,
μακριά το ανέμελο να δίνεσαι
στον ήλιο,
με μάτια κλειστά στον ήλιο και
στον άλλον.



85.
ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

φύγαν οι μέρες
φύγαν οι συγγενείς.
το τηλέφωνο σιγεί,
άδειο το σπίτι, μας ακινητοποίησε
βαθιά στις πολυθρόνες.
σιωπηλοί μπροστά στον όγκο των ωρών
απτή διαθεσιμότητα,
με τόση ελευθερία τί θα κάνουμε;
ασύδοτα να αρχίσουμε σπατάλες στοργής,
σπατάλη επαναπροσέγγισης,
απομύζηση σπέρματος αλύπητα.

όλα ένα όραμα,
χωμένοι στις πολυθρόνες μας βαθιά.
κι εσύ να κρύβεσαι,
να θέλεις,
τους μηρούς σου ανεβάζοντας
σε στάση εμβρύου,
να κρύβεις, εμένα να κρύβεις τη στύση σου,

μη σηκωθώ και σβήσω ξανά το φως.



1 σχόλιο: