Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011




ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ

μπαίνοντας στην αίθουσα
αμέσως τον είδα.
αλλά σαν από συστολή για τον πολύ κόσμο,
πήρα τους πίνακες με τη σειρά, υπομονητικά, με επιτήδευση,
και κάθε λίγο, τάχα για να ξεκουράσω το μάτι μου,
γύριζα με ένα βλέμμα γενικό και κάρφωνα, για δευτερόλεπτα,
αυτό τον ένα πίνακα, το γυμνό αγόρι.

γλιστρούσαν χρώματα, θολές παραστάσεις,
έργα όλα αξιόλογα, αισθησιακό όμως άλλο κανένα,
κι όταν, μετά από καθυστέρηση εύλογη,
βρέθηκα μπροστά στον πίνακα,
ένιωσα, σαν μέσα από ποίημα, όλη τη θερμή μεταδοτικότητα
της εικόνας, τη γοητεία των γραμμών, το κρυφό μήνυμα.
κι έμεινα ώρα πολλή,
συνεπαρμένος απ την εκλεκτή τύχη του ζωγράφου,
κοινωνός στην τέχνη του και τη ζωή.

και είχα αποξεχαστεί,
όταν τυχαία παρατήρησα τη σκιά που στεκόταν δίπλα μου
και μ' εμπόδιζε.

τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν
κι αναπάντεχα ο πίνακας σκοτείνιασε και
το φώς το έξοχα αισθησιακό απ το πρόσωπο του γυμνού αγοριού
έπαλλε στα μάτια του διπλανού νεαρού επισκέπτη.
αίθουσα, πίνακες, κόσμος, υποχώρησαν.
με τα μάτια μας ακόμα χαϊδεύαμε τη σάρκα του πίνακα,
την ιδανική προσφορά του γυμνού σώματος,
ενώ πυρετώδη όνειρα, σαν αστραπή τα πελώρια ερωτηματικά
της ανταπόκρισης ή μή
ταλάνιζαν τα κρεμασμένα χέρια μας,
τυφλός πόθος, στόμα ξερό,
ως το λυτρωτικό αμοιβαίο χαμόγελο αμέσως μετά.



ΕΚΤΟΣ ΑΝ...

ακόνισα τα μολύβια μου και τα δόντια μου.
δηκτικοί, καυτοί, ανελέητοι στίχοι
για να κρύψω την ταραχή μου.
ακόνισα τα μολύβια μου και τα δόντια μου.

αλλά ήδη παραδόθηκα!
ήλιος το πρόσωπό σου ηδονοφόρο,
το γέλιο που στοργή καλεί
κι ανοιχτόκαρδα φερσίματα.
πόσο μακριά, πόσο μακριά η εκδικητική μανία,
ο χωρίς λόγο θυμός!

εκτός
εκτός αν
εκτός αν πάλι χαμένος έπαιξα
στης απατηλής σου φιλίας το παιχνίδι.



ΕΚΦΡΑΣΗ

έχω ξεχάσει πως υπήρξα φίλος
κάποιου.
έχω ξεχάσει τις φιλίες μου,
ποιό το μέτρο; ποιά η θυσία;
έχω ξεχάσει δώδεκα χρόνια
νειάτα κι ομίχλη.
έχω ξεχάσει.

θυμάμαι
θυμάμαι μια εκδρομή
όπου δεν λογαριάσαμε
ούτε κόσμο ούτε κόπους ούτε κούραση.
θυμάμαι τα παρατημένα λατομεία,
και πως ψάχναμε για μάρμαρα σημαδιακά
για να θυμόμαστε την εξόρμηση.

ποιός ήσουνα όμως δίπλα μου
στη δύσκολη ανάβαση;
ποιά γλώσσα μιλούσες;

μικροί και τη γλώσσα αλλάξαμε...
για να μη θυμόμαστε;



ΕΛΛΕΙΠΩΝ ΚΡΙΚΟΣ

ήταν η ώρα ζεστή
πριν πέσει για καλά η νύχτα.
και δεν λέγαμε ν’ αποχωριστούμε,
να ξεκουράσουμε τη φαντασία μας
που όλο έπλεκε καταστάσεις
και συμπλέγματα ετερόκλητα
με τρελή επιμονή.

τί να φταίει;

ο χρόνος είναι ανοιχτός,
ανεξάντλητα τα νειάτα
τεράστια η χώρα.
τί προσδοκούμε ανομολόγητα;
ποιό σημάδι; ποιά λέξη;

κι η βραδιά προχωράει με γνώριμο ρυθμό.
αγνώριστοι θάμαστε σε λίγο,
αντίπαλοι,

αινιγματικοί γι’ άλλη μια φορά.



ΕΛΞΗ

απ το ισόγειο σκιερό μέρος της οικοδομής
τέσσερεις εργάτες
κουρασμένες σανίδες μεταφέρανε
και άλλα υλικά στο δρόμο,
όμορφοι όλοι το ίδιο στη μυώδη γύμνια τους,
αδύνατοι, λυγερόκορμοι,
- με μέση αθλητόστητη, που και στο σκύψιμο
πάλι λεπτή διαγράφεται  -
σαν να τους είχε προσλάβει εργολάβος
με ροπή ανομολόγητη σε λιγνά όμορφα παλικάρια.
και κάθε τους κίνηση ένα παιχνίδισμα
των μυών στον πρωινό ακόμα ήλιο.

γωνιακό το κτήριο,
έκανα δυό φορές το γύρο του τετραγώνου
και τρίτη φορά, με χτυποκάρδι έντονο, αντίθετα,
πάντα πολύ αργά
με βήματα που σχεδόν σέρνονταν,
σαν να έψαχνα κάτι, μια διεύθυνση, ένα διαμέρισμα,
στη νέα αυτή γειτονιά.

στο τέλος, πρόθυμος ο ένας με ρώτησε
αν θέλω τίποτα, μήπως θέλω να δω τα διαμερίσματα
τα ήδη διαμορφωμένα – πωλούνται, ξέρεις, μερικά,
αργότερα θάναι ο μηχανικός εδώ, αν θέλεις όμως,
σου τα δείχνω, ανεβαίνουμε, ενόχληση δεν υπάρχει…

ταραγμένος τον άκουγα να λέει τα πεζά αυτά πράγματα,
αταίριαστα με τον ήλιο στο κρουστό κορμί του,
αταίριαστα μ’ ένα βλέμμα ζωηρό (βαθιά μαύρα μάτια),
με χείλη σκονισμένα που τα περνούσε η γλώσσα του,
κατακόκκινη, υγρή, προκλητικά
ερωτική.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου