Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011


ΕΝ ΤΗ ΓΕΝΕΣΕΙ

με τα ξανθά μαλλιά σου του βορρά,
με την ελληνική σου ομορφιά,
δάση της Οίτης ονειρεύομαι,
ξέφωτα υψώματα,
πορείες με ηχώ πολλή.
αλλά και σιωπηλά μεσημέρια
που τ’ ονειρεμένο γίνεται απλά
λεπτό προς λεπτό ζωή,
αμήχανη αποκάλυψη
που κάνει την ώρα σημαδιακή,
ασήκωτα ωραία!
ασύστολα ηδονική!
και το σώμα σου ένα ποίημα!
και τα σώματά μας διονυσιακή ιαχή!

και νάναι αυτό όνειρο.
τόσο άδικα νάναι όνειρο, όνειρο ακόμα
στα γαλανά σου μάτια του βορρά
στο βλέμμα μου…



ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΕΝΤΕ ΧΑΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

πέντε χαμένα ποιήματα
χάσκουν στο χαρτί,
άδειες από τίτλο γραμμές
σε γεμάτη σελίδα
με πυκνές ημερομηνίες κι αναφορές.
έναν τίτλο βέβαια συγκρατώ,
αμυδρά μια περιγραφή αμμουδιάς στην Κύθνο,
δάφνες, κι αγόρια μεγάλα
να παίζουν, να παλεύουν, να φωνάζουν,
εδώ εκεί να τρέχουν,
κι αργότερα η αποχώρησή τους με το ηλιοβασίλεμα.

αλλά οι στίχοι χάθηκαν.

το μεγαλύτερο αγόρι πάντως
δεν έφυγε με τους άλλους.
γιατί βαθιά στη μνήμη μου
ευλαβικά κρατάω, και τώρα ακόμα σαν
κατάσαρκα, τη δύναμή του,
τη βαθιά και των δυό, σαν οργή στην κορύφωση,
εκρέουσα ηδονή.



ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ

με τα χρόνια θα γεράσω.
το πρόσωπό μου, από επιθυμητό,
τα χείλη μου, από προκλητικά,
η ματιά μου, από θερμά πονηρή,
θα χάσουν αργά-σταθερά την ερωτική τους λάμψη.
οι τότε νέοι, από ευθύ φωτεινό βλέμμα νέου
θα αναθερμαίνονται ξανά και ξανά.

με τα χρόνια, θα γεράσω.
αλλά όσο μπορώ
θα κρατάω το πνεύμα μου νεανικό,
το σώμα μου ευλύγιστο, όσο μπορώ το σώμα μου
τουλάχιστο σωστό, ερωτικά αποδεκτό.

για να μην καταντήσω στο ψυχρό "πόσα θες;"
για να μην καταφύγω,
σοφός ίσως ναί, αλλά διψασμένος όσο ποτέ
για ένα έστω άγγιγμα,
στα αρχαιολογικά μουσεία, όπου τ' άγια τ’ αγάλματα,
όπου οι κούροι,
για ν' αποθαυμάζω τα σώματα περασμένων περιπτύξεων,
στο μάρμαρο να καθηλώνομαι
να αποθαυμάζω
την αιώνια άνοιξη του έρωτα στην ήβη των παλικαριών.



ΕΝΑΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

τα πρόσωπα της καθημερινότητας
έχουν αλλάξει.
οι φίλοι γίναν έχθροί
κι οι εχθροί φίλοι.
στην αλλαγή αυτή
λιθάρι φταίω κι εγώ.
το παρελθόν μου
έγινε σαν ενός ξένου παρελθόν,
τα γραπτά μου, από κείμενα,
αντικείμενα επιμέλειας,
αναμνηστικά…

κι εσύ, φίλε μου, αγόρι μου,
που μέσα σ’ ένα χειμώνα
τόση πίκρα, τόση ελπίδα, τόση χαρά προκάλεσες
και τ’ αγνοούσες,
πώς μ’ άλλαξες:
πώς;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου