Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011


ΔΑΦΝΙ

τα πεύκα ξύπνησαν ζεστά
απ’ ολονύχτια όνειρα.
ο έρωτας μου υπόσχεται άλλη μια μέρα
αφιερωμένη στον έρωτα.
αχνίζουν οι πλαγιές, τρελά τα πουλιά.
ο ήλιος πρόλαβε όλες τις επιθυμίες.

γι’ αυτό και τώρα - μόλις τώρα -
ξύπνησε της νύχτας ο άγνωστος έφηβος…



ΔΕΙΛΙΑ

την πρώτη ώρα,
παράκαιρα ακούγονται
απόφαση και θάρρος.
σε λίγο, λέει ο νους,
κι η ώρα ξεγλιστράει.

τη δεύτερη ώρα,
παράτολμα ακούγονται
οι σκέψεις
για λόγια και δηλώσεις
με κόπο επιλεγμένα πριν.
αλλιώς πια, λέει ο νους,
κι η ώρα ξεγλιστράει.

την τρίτη ώρα,
σαν απειλή ακούγονται
η πρόθεση, η τόλμη, η δίψα η χτιστή
η δίψα για προσέγγιση,
κι αμφίρροπος ο νους
κουράζεται και τίποτα δεν λέει
πια, παρά αύριο, αύριο πια...
κι η μέρα ξεγλιστράει.



ΔΕΚΑΟΧΤΩ

με το που γδύθηκε
φιλάρεσκα κι αργά κι αλλού το βλέμμα,
μου είπε πως είναι σχεδόν δεκαοχτώ.

σχεδόν δεκαοχτώ.

οι λέξεις έπεσαν, βαριά, μαζί μας στο κρεβάτι.
μαζί μας, ανάμεσά μας φώλιασαν,
μετρούσα τα φιλιά μου,
τα δάχτυλά μου έγιναν, άθελα,
μονάδα μέτρησης στο σώμα του,
χάδια σχεδόν μηχανικά.
μέχρι του δωματίου τα μέτρα με το μάτι μέτρησα.

γιατί, γιατί ηλικία τέτοια να μου πει;
και γιατί το “σχεδόν”;

αμείλικτα, όσο προχωρούσαμε
η επέλαση των αριθμών δυνάμωνε
και βρέθηκα να μετράω κινήσεις,
αναστεναγμούς, βογγητά, νοητά να μετράω
με άριστα το είκοσι, τη δίνη
του οργασμού του, την ένταση
του δικού μου μεριδιού.

ήταν ένα γρήγορο ξέσπασμα.
χρυσός ο ήλιος έξω, ακίνητη ακόμα η ώρα.

δειλά τότε άρχισε να λέει για τη ζωή του
διάφορα, ώσπου
ζωηρά τα μάτια του ξανά
ζητούσαν, τα χείλη του ζητούσαν
να ξεχάσω αριθμούς και ώρα,
να γίνω κι εγώ ξανά σχεδόν δεκαοχτώ.



ΔΕΚΑΠΕΝΤΕΜΙΣΗ

στην Πάρο μιά φορά
στα απόκρημνα λιμανάκια της Νάουσας
ένα μεσημέρι με νεολαία ελάχιστη στον ήλιο
μεσήλικα, ξένο μεσήλικα συνάντησα
σαν κι εμένα γυμνός και γυρεύοντας.

σε συνουσία δεν φτάσαμε.

ήταν λεπτός, ωραίος, ευγενικός.
τα χάδια του, σαν ν' ακολουθούσε κανόνες συμπεριφοράς,
χάδια απαλότατα σοφά δοσολογημένα
τα φιλιά του, αργόπνοα και πόσο τολμηρά!
γοητευμένος, στα δάχτυλά του τα πολύτροπα,
στα φιλιά του αφέθηκα σα σε ζάλη.
μέσα μου ηδονή βαριά αναδευόταν,
ο ήλιος στην πλάτη μου, στους μηρούς μου συνεργός,
επερχόμενη θέρμη προμήνυε,
ν' απλώνει σ' όλο μου το σώμα...

μα πόνος ρηκτικός από κτηνώδη διείσδυση
διέρρηξε τα ηδονικά οράματα, φώναξα δυνατά
και με σπασμό τρόμου και πόνου
χτυπώντας στα τυφλά αποτραβήχτηκα
κι έτρεξα, ζαλισμένος ακόμα,
πάνω από βράχια εκδικητικά αιχμηρά,
προς τα πάνω, από θάλασσα και γυμνό πειρασμό μακριά,
με λύπη κι ανακούφιση,
με λύπη κι ανακούφιση αναίτια,
με την άγνοια των δεκαπεντέμιση μου χρόνων.



ΔΕΚΑΤΡΙΩΝ 

παρά τη ζεστή νύχτα
ήταν δροσερή η οικοδομή,
όγκοι σκοτεινοί με ξαφνικές επιφάνειες φώς
από γεμάτο φεγγάρι.

σε μιά γωνιά προφυλαγμένη από μάτια
σταθήκαμε, σαν αντιμέτωποι,
σταθήκαμε, κι αφήσαμε τα χέρια μας τα ανυπόμονα,
τα χάδια να ανάβουν φώς πολύ
και σύντομα, γυμνοί σχεδόν,
σ' αναριγήσεις, σε σπασμούς,
δοθήκαμε ο ένας στον άλλον.
τόξα εφαπτόμενα τα δυό μας σώματα,
τόσο σκληρά τεντώθηκαν
που εκτίναξη η εκσπερμάτιση,
λυτρωτική όσο ποτέ πριν.

ήταν το καλοκαίρι των δεκατριών μας χρόνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου