Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011




ΒΡΥΣΗ 

... κι όπως πλενόταν πρόχειρα
σκυμμένος στη βρύση,
να φύγει η μαρμαρόσκονη
από χέρια, ποδιά, πρόσωπο,

πλησίασα με δέος, με δίψα οδύνης,
να μ' αγγίξει το νερό,
- το νερό όπως έτρεχε απ το χέρι του,
κάνοντας το χρώμα των μυώνων τέλειο μελαχροινό -
στα παιχνιδίσματα με το νερό
να τον πλησιάσω πιο πολύ.

κι όταν ορθώθηκε μπροστά μου,
ανοίκεια κοντά, μια ανάσα τόπος,
σαν ταπεινός, χαμογελαστός θεός,

ήξερα πως ζω την ώρα την καλότυχη της μέρας,
την άκρα κατάκτηση.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου