Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011




ΒΡΥΣΗ 

... κι όπως πλενόταν πρόχειρα
σκυμμένος στη βρύση,
να φύγει η μαρμαρόσκονη
από χέρια, ποδιά, πρόσωπο,

πλησίασα με δέος, με δίψα οδύνης,
να μ' αγγίξει το νερό,
- το νερό όπως έτρεχε απ το χέρι του,
κάνοντας το χρώμα των μυώνων τέλειο μελαχροινό -
στα παιχνιδίσματα με το νερό
να τον πλησιάσω πιο πολύ.

κι όταν ορθώθηκε μπροστά μου,
ανοίκεια κοντά, μια ανάσα τόπος,
σαν ταπεινός, χαμογελαστός θεός,

ήξερα πως ζω την ώρα την καλότυχη της μέρας,
την άκρα κατάκτηση.



ΓΔΥΣΙΜΟ 

απ το παράθυρο περνάει ο χειμώνας.
τα ρούχα σκουραίνουν και βαριά ομοιόμορφα
τυλίγουν γέρικα ή νεανικά κορμιά
ισοπεδωτικά.

αλλά, αγόρι όταν μπαίνει στο δωμάτιο ζωηρά,
το γδύσιμο αργεί, βαριά τα ρούχα,
ερεθιστική όμως η μαγεία της αποκάλυψης, ένα-ένα
μύες και ματιές και χάδια σμίγουν
ισοπεδωτικά.

απ το παράθυρο περνάει ο χειμώνας. 
περνάει.



ΓΕΛΑΣΜΕΝΟΣ

κάθε μέρα,
όταν από ύπνο βαρύ μεσημεριού
οι ανησυχίες κεντάν τη σιωπηλή ώρα,
κατά τ’ απόγευμα
κατηφορίζω στο λιμάνι
κι εκεί η επιθυμία αναζωογονείται
ανεκπλήρωτα.

η παρέα των νεαρών νησιωτών δεν τελειώνει
αλλά και δεν καταλήγει.
βραδιάζει η ώρα,
καταλαγιάζουν οι μικροί θόρυβοι της Χώρας.
το νησί γίνεται μια απλή άκρη του κόσμου,
του κόσμου μας:

που δεν εννοεί να ενδώσει στα βλέμματα μου,
στην παράκληση,
στην πρόκληση μετά από λίγο κρασί.
στα τολμηρά λόγια,
όλοι μας γελάμε με την καρδιά μας.
όλα τα επουλώνει το γέλιο, όλα.

και μένω εκεί ως τα ξημερώματα,
πρόχειρα
γελασμένος…



ΓΕΝΕΘΛΙΑ

αυτό τον ένα χρόνο ακόμα,
πώς να το γιορτάσω;
οι αριθμοί γίναν τυραννικοί,
αθροίζω χρόνια, γνώσεις, ονόματα.
θυμάμαι, όλο θυμάμαι,
και βλέπω τη ζωή μου να γίνεται
αρχείο καταστάσεων, αρχείο συνομιλιών, αρχείο απολαύσεων.
το παρελθόν να ροκανίζει το παρόν με χτεσινές εικόνες:
ένα σώμα που ανδρώθηκε κι αναλώνεται,
το παρελθόν να μ' αποσπά με ήχους παλιούς:
μια τολμηρή φωνή που βαθμιαία έμαθε να σιωπά,
το παρελθόν να θυμίζει έρωτες:
οργασμοί άπληστοι που αραίωσαν.

και κορεσμένος δεν είμαι.

αλοίμονο!  με τέτοιο φορτίο αναμνήσεων
πώς να γιορτάσω;
με τέτοια φθορά ηδονών
το άτρωτο σώμα δίπλα μου, του παλικαριού που ενδόθηκε,
πώς να χαρώ;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου