Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011


Η ΛΑΝΘΑΝΟΥΣΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

με χορό και με τραγούδι
σ’ ένα σπίτι φιλικό,
με φίλους πολλούς και με τον ένα σου
φίλο - μυστικό αυτό... -
να λικνίζεσαι σιγά σιγά στη μέθη
του χορού, του κρασιού.
κι όλο χαμόγελα βλέπεις γύρω στο τραπέζι
κι οι κοπέλες χορεύουν και ξεχνιούνται.
λιγοστεύουν και χορεύουν.

ωραία νύχτα θάναι έξω…

μα το κρασί και η πολλή η έπαρση
σε σάστισαν.
ο φίλος κάπου...
κάπου, αλλά πού;...
και δεν υπάρχει πια κίνηση παρά χορός
χορός και τραγούδι
χορός…



Η ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ

στα πεύκα από κάτω
με λαϊκή μουσική και πορφυρό κρασί
και το φίλο παρέα,
τη θάλασσα ήρεμη όσο δεν θυμάμαι,
η βραδιά μας δεν τελειώνει, δεν τελειώνει.

παράρχαιοι ρυθμοί χαράς και πόνου
αιώνες μετά
ίδια στάζουν ηδονή σ’ ένα βλέμμα,
σ’ ένα χάδι κρυφό
την ίδια ίσως ώρα, με πανσέληνο φως.

στα πεύκα από κάτω
με το φίλο παρέα
και θάλασσα τα λόγια στοργής στην καρδιά,
η νύχτα μας
δεν τελειώνει...



Η ΤΟΛΜΗ ΤΩΝ ΛΙΓΩΝ

το νεκροταφείο
έγινε νεκροταφείο λουλουδιών.
κι όμως τα μαρμάρινα μνημεία
ανθοφορούν αδιάκοπα.
για τους νεκρούς
μετά τα σαράντα
ο λόγος λίγος…

τί έκπληξη, και κόσμος νέος
συχνάζει εδώ!
αγόρια που ορφάνεψαν
και ειδικοί τώρα γίνονται
σε ταφικά στολίδια, στο άναμμα
λιβανιού.

(συνειδητά
από απέναντι
επίμονα προσπαθώ να
παγιδέψω το βλέμμα του,
αλλά μάταια,
ντρέπεται,
νωπή του ακόμα η απώλεια
έμαθα μετά).

οι πενθούντες εμείς συγγενείς και φίλοι,
είμαστε μια κοινωνία ξέχωρη,
όπου για τους νεκρούς
τα ωραιότερα χρώματα,
κατάλευκο το μάρμαρο,
χρυσά τα γράμματα.
ενώ οι ζωντανοί οι θλιμμένοι εμείς,
μ’ ενδυμασία σοβαρή
συγκρίνουμε χρονολογίες,
ξεμέθυστοι απ τη ζωή
ανακαλούμε τα νειάτα των εφήβων
που πέθαναν ογδόντα,
σοφοί, μετανοιωμένοι που τόσο λίγο τελικά
τόλμησαν να ζήσουν.



ΗΧΟΙ

όταν ακούω άνοιξη
τα μαλλιά σου χαϊδεύω,
και λουλούδια ρόδινα
τα φιλιά μου στον ώμο σου ανθίζουν.

όταν ακούω καλοκαίρι
στα μάτια σου έναν κόσμο θάλασσα κλείνω,
πόθο, και τα χέρια μου την άμμο
σκάβουν σκάβουν βαθειά.

όταν ακούω τον ήλιο
όταν βλέπω τα μάτια σου, τα μαλλιά,
τους ώμους σου του πειρασμού,
αχ, τί φωνή να βρω να ψιθυρίσω
πνιχτά να πω:
κοντά μου έλα!



ΘΕΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ

ο γάμος είχε τελειώσει.
γαμπρός και νύφη, κι όσοι στενοί συγγενείς
για λίγο γύρισαν στο σπίτι
πριν ξεκινήσουν για το γαμήλιο δείπνο, το γλέντι, το χορό.
δίπλα από ψηλά, αθέατος για όλους, κοίταζα την αυλή τους
φωτεινή όσο ποτέ στο δειλινό, με φώτα πρόσθετα
και μαξιλάρια χαρούμενα στα καθίσματα.

νύφη, μητέρα και θείες μπήκαν ν’αλλάξουν,
το αγόρι μόνος του έξω, στα επίσημά του πόσο νέος!
απ τα δωμάτια φωνές του έλεγαν, κι αυτός γρήγορα
ν’ αλλάξει, μην αργήσουν και πολύ.
και μ’ ένα βλέμμα προς τα δω πάνω, σκοτεινό κι αινιγματικό
άρχισε ω πόσο αργά να ξεκουμπώνεται
να ξεκουμπώνεται…

η ζέστη της νύχτας με χτύπησε στο πρόσωπο
και είδα το στήθος του γυμνό, σχεδόν γυμνό τον
υπέροχο κορμό του, τις γραμμώσεις χεριών και
κοιλιακών εντονότατες, τα μάτια μας
διάλογο αδιέξοδο νάχουν ανάψει
και να μην ξέρω, να μην ξέρω

αν ο νεαρός αυτός
- που τρεις μόλις φορές, αρχές καλοκαιριού,
στα μύχια της νύχτας νεμήθηκα τη μέθη –
άραγε από πρόκληση, ή από αγωνία, ή μήπως σαν
υπόσχεση
γυμνώθηκε μπροστά μου,
και χαμογέλασε θεός Απόλλων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου