Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

ΕΦΗΜΕΡΟΣ 

δίπλα μου κοιμάται ο εφήμερος σύντροφος.

γνωριζόμαστε δυό ώρες,
ψηλά απ τα βράχια πέρασε σαν ίσκιος λυγερός.
για λίγο χάθηκε.
γλυκιά αναμονή στο στόμα μου αποκύλησε
κι αφαιρέθηκα στενοχωρημένα.

μα γρήγορα ξαναφάνηκε, κι ο ήλιος έγινε φωτεινότερος
με την ομορφιά του, όπως απέβαλε αργά-αργά
επιδεικτικά αργά τα λίγα ρούχα του.
βούτηξε, σαν αρχαίο άγαλμα εν κινήσει.
κολύμπησε, ανάσκελα, το πέος του προκλητικά
ανδυόταν από τη μαγεμένη θάλασσα.
τα βλέμματά μας παιχνίδιζαν, υποσχόμενα.
βγήκε αστραφτερός θεός, τυλιχτήκαμε σε χαμόγελα
αποδοχής των πάντων, σε χάδια ανήκουστα διεγερτικά,
σε φιλιά εξοντωτικά ακραία.
ήθελα να κλάψω από ηδονή,
να ταπεινωθώ από ηδονή,
να γίνω ανοιχτή πληγή από ηδονή,
να εκμηδενιστώ.

να σβήσω...

χαλαρώσαμε σ' ελάχιστη σκιά, ψιθυρίζοντας τα ονόματά μας,
αποκαμωμένοι, με σεμνά αγγίγματα αδυναμίας πια.
τώρα κοιμάται, κι απορώ
πώς τόση ομορφιά μού εμπιστεύεται,
πώς παραδίδεται, σε μένα τον άγρυπνο σύντροφο, τόσο πολύ,
βέβαιος ότι στο ξύπνημα του μεσημεριού,
θα τρέχουμε στη θάλασσα, στη θάλασσα οι δυό μας,

ο εφήμερος σύντροφός μου, που δίπλα μου κοιμάται.



ΖΩΩΔΩΣ 

και των δυό μας τα χέρια
έτρεμαν,
και των δυό μας η φωνή
σα να έπρεπε εύθραυστες στην προφορά λέξεις
να προφυλαχτούν,
και των δυό μας το βλέμμα
πελώριο, αγχώδης ερωτηματικό.

γελοία αδιάφορη περνούσε η ώρα.

πώς μεγαλώσαμε έτσι ;
πώς φτάσαμε δυό άνθρωποι
να φοβόμαστε το ανθρώπινο απλό:
φιλικά, φιλικά έστω, φιλικά απλά
να αγγιχτούμε ;



Η ΑΝΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ 

ζέστη.
πρώτη ζεστή μέρα του καλοκαιριού.
τα αναιδή αγόρια του λυκείου
με τις κνήμες, τους μηρούς όλο μύες
τον ήλιο προκαλούν.

ο δρόμος για λίγο γίνεται θέαμα
ερωτικό.

μέρα ζεστή.
για νερό πολύ διψάω,
για σάρκα υπόκαυτη κάτω από τα χείλη μου,
σε δωμάτιο δροσερό, μισοσκότεινο.



Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

γυμνός ο ίδιος, λεύτερος,
τις λέξεις μου γιατί να ντύνω
με υψηλά ιδανικά;

ένα καυτό απόγευμα
με έφηβο ονειρεμένο,
πρόθυμο, για απώτατες φαντασιώσεις
να δοθεί
σ' αυτή την τέλεια αμμουδιά για δυό,
με πόσες μέρες δόξας εξισώνεται;

την αλήθεια, σαν γυμνό σώμα αγοριού, γυμνή:
τίποτα δεν υπάρχει
πέρα από τα ζωοδόχα αγάλματα εφήβων από σάρκα,
τίποτα πέρα από πέος και πρωκτό.



Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

το γραφείο το ατέλειωτο, για χάρη σου
συρρικνώθηκε
στο μικρό αυτό χώρο στο παράθυρο δίπλα
με βάθος ήλιο κι ουρανό.
για χάρη σου
οι ώρες άλλαξαν βηματισμό.
για χάρη σου
πλησιάζω κι εκατοστά μετράω.
μιλάω και ψίθυρο συλλαβών ακούω.
τη μέση σου κοιτάζω και καίνε τα μάτια μου, καίν.

αλλά ακίνητοι στεκόμαστε:
χώρος ήλιος χρόνος,
για χάρη σου.
μα ακίνητα πεισματικά
δυό σώματα στεκόμαστε,
κι η φωτιά να καίει σιγά

ανάμεσά μας αντί μέσα μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου