Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011


ΕΡΓΑ

ο ήλιος έκαιγε,
και κούροι σκαφτιάδες
ξεκουράζονταν
στον ίσκιο των ευκάλυπτων
στην άκρη του ατέλειωτου δρόμου.

και με τον ιδρώτα να στεγνώνει
στην ηλιοκαμένη μασχάλη,
και τη χαλάρωση των μυών,
τα λόγια λιγοστεύουν, αρχίζει η αναπόληση.
κρυφός θαυμασμός σκιρτά
για τους ωραίους ώμους, τα χέρια τα σκληρά
του διπλανού, τα στήθη, τα χείλη…

έρημος ο τόπος,
κλείνεις τα μάτια κι αφήνεις τα δάχτυλα
σαν κεραίες να κινούνται στο μηρό
του άλλου και μέσα από το άγριο ύφασμα
η στύση αφηνιάζει,
χέρι γίνεται το σώμα σου όλο
και φιλιά παντού.

σηκώνεται ο διπλανός βαριά,
έρημος ο τόπος, ένα γύρω σιωπή.
φευγαλέο το όνειρο κόπηκε,
σαν ντροπαλά χαμογελούν οι σύντροφοι
στη θύμηση των χτεσινών εφηβικών μας χρόνων,
κοντά, τόσο κοντά ακόμα
που το στόμα σου θέλει κι άλλο νερό
πριν αδέξια σηκωθείς.

ελαφρά πέφτει η αξίνα,
βαριά στα σκέλη κρυμμένη, όλων ναι, επίμονα
η στύση στον ήλιο καίει.



ΕΡΩΤΑΣ ΧΑΜΕΝΟΣ 

μόλις γνωριστήκαμε,
ασύλληπτα αυθόρμητα,
με κάλεσες στη σκηνή σου.

κι εγώ, τρομαγμένος μ' αυτό το αναπάντεχο κέλευσμα
εφήβου μόλις δεκαπεντάχρονου,
συνετά σου είπα, πως τέτοιες προτάσεις δεν πρέπει...

μέχρι και συγγνώμη ζήτησες, στα σοβαρά.

ενώ πιο μέσα στη νύχτα, και την επόμενη νύχτα,
και άλλες νύχτες, και εβδομάδες μετά,
απελπισμένα έψαχνα πώς να σε κάνω να αντιληφτείς
ότι θα χαιρόμουνα να δεχτώ μια ανανεωμένη πρόσκληση,
ότι τα πρέπει και δεν πρέπει είναι πολύ σχετικά
μεταξύ φίλων
(φίλοι, φίλοι στενοί είχαμε γίνει από την πρώτη ώρα).

μάταια.
κανένας υπαινιγμός δεν κλόνισε το αρχικό δεν πρέπει.
η φιλία μας, σαν μετεωρίτης, έκαψε όλο το στερέωμα,
μας φθονούσαν όλοι.
και οι υποψίες πάμπολλες.

αλλά ήμουνα δειλός τότε, νέος πολύ
για βήματα χωρίς επιστροφή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου