Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011



ΑΠΑΝΤΟΧΗ

πεύκα
πευκοκυπαρίσσια
πευκοπλαγιά.
ήπιο το μεσημέρι.
κουκουνάρια,
το κρυφό πουλί,
το βελονόχωμα του δάσους,
ήπιο, ήπιο το μεσημέρι.

και γυρίζω ανάκσελα.
και πευκοκορυφές θεόρατα ψηλά
με κάλυψαν.
και γύρισε το δάσος όλο
μάζα ήλιου σκιάς,
στην ίδια αναμονή
του δαφνηφόρου έφηβου!
στην ίδια προηδονή
της προσμονής.



ΑΠΟ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΑΓΓΕΛΙΑ

προσπαθώ 
και με το νου
ιχνογραφώ 
τη μυστηριώδη σου μορφή.

σώμα, μου γράφεις, άτριχο - φιλιού χαρά! 
ηλιόλεικτο, μελαχροινό φαντάζομαι,
στο τέλος πια του αττικού καλοκαιριού.
τα μάτια γκριζοπράσινα,
τα κλείνεις, άραγε, τα κλείνεις; όταν χέρια χειρονάκτη,
δάχτυλα δονούμενα από πόθο
τις οδούς των ηδονών στο σώμα σου ανιχνεύουν;
για χάδια τα μαλλιά σου, ανακαλύπτω ακόμα,
καστανόξανθα, ζεστά στην αφή.
και ύψος, λες, προς το ψηλό, και διάπλαση
λεπτή, εφηβική – τί μέθη, αχ,
να σταθώ πίσω σου και σε καθρέφτη ολόσωμο
να βλέπω τα χείλη μου στον ώμο σου να γείρουν,
να βλέπω τα χείλη σου ανάσα να γυρεύουν
και διασταλμένες κόρες τα πύρινά μου μάτια
να μην μπορώ να κλείσω!

οι δυό μας, αύριο, μεθαύριο
τί ζωγραφιά!

ω πόσο εύκολα ήδη σ’ έπλασα,
τα όνειρα πώς καλπάζουν
όταν ώρες, μέρες, μέρες ίσως όχι λίγες
ακόμα μας χωρίζουν, μας χωρίζουν
από πηγαίες ηδονές, που ούτε ποιητής
μετουσιώνει σε λέξεις φωτιά στο χαρτί,
ούτε ποητής
οραματίζεται στ’ αλήθεια να ζεί.



ΑΠΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΔΟΥ

ωχ το αγόρι το σχεδόν έφηβος!
αχ ο έφηβος πολύ παιδί ακόμα!
με τί μάτια με μάτωσε ο έφηβος-παιδί!
διέγραψε ένα γύρο ο κόσμος
η βοή μιάς μουσικής, φωνές
εξαφανίστηκαν όλα.
τέλος η όρεξή μου για εδέσματα εκλεκτά,
μόνο κρασί το πιο κόκκινο.
κοιτάζοντάς σε κλεφτά, να μιλάς ανέμελα
με μάνα και θείο και γυναίκες άλλες
- άνδρα δεν βλέπω στο τραπέζι σου -
κοιτάζοντάς σε να τρως με κάπως ανοιχτά
τα χείλη, λαίμαργα να τρως,
μη συνηθισμένος θα είσαι ακόμα
στα νέα σου δόντια του αγριμιού,
στο νεό ερωτικό σου στόμα.
και το κρασί γουλιά γουλιά
να πλάθει χάδια, ρίγη, άγρια στύση
στο σώμα σου δίπλα μου γυμνό…

έφυγες φυσικά
αρκετά γρήγορα με όλο το συρφετό.
- από Μακεδονία τα λεωφορεία της εκδρομής -
και μέχρι να βγεις να πασχίζω να μαντέψω
ποιά, από το κρασί, σού έταξα ηδονή,

να μαντέψω ποιό του κρασιού το σώμα
και ποιά η σμίλη η ζηλευτή
κάτω από το ρούχο.

αργότερα πολύ σαν επανέφερα σε άλλον κόσμο,
πολύ αργότερα,
σπονδή επαναφοράς σε ώρα και τόπο,
άφησα φιλοδώρημα αρχοντικό στο τραπέζι.
κι ο εικοσάχρονος νέος που το μάζεψε
με τονισμένο ευχαριστώ
και ίσως πρόθυμα πονηρός,
μεγάλος μου φάνηκε,
μεγάλος.



ΑΠΟ ΝΗΣΙ ΣΕ ΝΗΣΙ 

στη Σύρο
μ' ένα στρατιώτη
έκανα παρέα δυό βραδιές.
σ' ένα δωμάτιο με πρόσωπο
νεοκλασικό,
που στα γυμνά μας μέλη τα ηλιοτροπικά
αταίριαστο...

φιλιά με μισοσκότεινες γύρω γύψινες διακοσμήσεις,
και πόσο ατέλειωτο το ύψος του τοίχου
όταν ξαπλωμένοι ανοίγαμε τα μάτια
ερευνητικά για νέα αρχή.

δυό βραδιές
συμβατικά χαρήκαμε ο ένας τον άλλον,
συμμετρικά,
αλλά ο νούς μου
στο φώς το γυμνό, στο εξάκτινο φώς στα μαλλιά
του έφηβου σταφυλοδρόμου της Θήρας
έτρεχε...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου