Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011


ΕΝΑΥΣΜΑ

φτάσαμε στην πηγή
προσκυνήσαμε την πηγή
ξεδιψάσαμε στην πηγή.
ηδονοστάλιστο το νερό στα χείλη μας,
κι η πηγή, η πηγή να τρέχει σαν το νου,
να προτρέχει:
βαθύσκια μέρη κάλεσμα γύρω μας.
γύρω από το γέλιο του νερού
τα βλέμματά μας δεν γελούσαν πια.
εντατικά ακούμε το νερό να τρέχει
την καρδιά μας να τρέχει
το αίμα μας να ρέει ορθά

κάτω από την πρώτη αφή των χεριών.



ΕΞΑΡΧΕΙΑ

πολυκατοικίες περνάν αγέρωχα.
αυτοκίνητα περνάν εχθρικά.
άνθρωποι περνάν απρόσωπα.
νέοι άνδρες περνάν, ο δρόμος βαθμιαία δίνει στα μάτια μου ρυθμό.
στο βάθος περπατάει ένας νεαρός νωχελικά,
με ρούχα πρόχειρα, που σχεδιάζουν
περίγραμμα τέλειο, άγαλμα ηδονικό
τόσο, που με κόπο κλείνω το στόμα μου,
με κόπο πια βαδίζω - κι όπως ζυγώνει
είναι όλος χρώμα, όλος κίνηση, όλος πρόκληση,
ο ήλιος στο δρόμο όλος ερεθισμός.



ΕΞΟΡΜΗΣΗ

θάλασσα, φέρε μου ένα νησί
νησί των Κυκλάδων δίπλα στο πλοίο.
φέρε μου αμέτρητα λευκά εξωκλήσια στο δρόμο μου
και σπίτια κυβικά,
και νέους ναυτόπαιδες σε δροσερές αυλές.
φέρε κι ένα φρούριο μισογκρεμισμένο στην εκδρομή,
κρυψώνες, σπηλιές, κι άλλα πολλά φέρε, ήλιε,
που χρόνο δεν βρίσκω να τα πω.

γιατί όμως να ντραπώ
για μια σπάνια ευτυχία;



ΕΞΟΥΣΙΑ 

... κι όπως από διαίσθηση βαθύτερη
για κάτι εκθαμβωτικά ωραίο,
το βλέμμα μου σ' εσένα έπεσε,
τόση ομορφιά να χωράει σ' ένα σώμα,
τόση αθώα ερωτική πρόκληση,

θυμός το θολό μυαλό μου διαπέρασε :
να μην έχω, να μήν έχω εξουσία υπέρτατη
που να μου δίνει, χωρίς αντίσταση - με προθυμία; -
αυτό το σώμα,
γιατί, γιατί να πρέπει τόση ομορφιά,
τόση ηδονή να χάσω;

κι αν το βασίλευμα εκείνο, φυσιολογικά
με τη γοητεία της ώρας, μας έφερε κοντά
γρήγορα να αγγιχτούμε, γρήγορα να εκτινάξουμε
αποθέματα ηδονής απροκάλυπτης
με το αχόρταγο πάθος μου για τη γραμμή την τέλεια
του σβέρκου και των ώμων σου,
των σαν αποκάλυψή σου μηρών!

άχρηστη, μακριά η σκέψη μου του θυμού,
γελοία δίπλα στη δική σου εξουσία...



ΕΠΑΘΛΟ

από τους δυό με είδε ο νεώτερος - που γνώριζα,
και σ' ένα νεύμα του,
συνωμοτικά κολυμπώντας χωρίς παφλασμό
αποκακρύνθηκα
με έκπληξη και πικρία.

τί κι αν μέρες πριν το νεαρό αυτό
τα μάτια μου, καίγοντας, είχαν σημαδέψει
στην απόμερη ακτή…
σ' απόσταση λίγων μέτρων το σώμα του
- νεαρού πολυαθλούμενου το σώμα -
για ώρα, με καυτές ματιές,
με συρτά χάδια, τυχαία τάχα,
στις θηλές μου, στους μηρούς, κι αργά-ηδονικά στην ήβη,
συνεσταλμένα αρχικά, αναίσχυντα δηλωτικά στο τέλος,
την προσοχή του ζητιάνευα,
μα αγέρωχα αλλού το βλέμμα του.
ουδέτερα, αδιάφορα με κοίταξε μια-δυό.
κι απομακρύνθηκε.

όπως τώρα απομακρύνθηκα εγώ.
κι η απορία να με λιώνει: πώς μ αυτόν,
μ' αυτό τον άχαρο το μεσήλικα,
κι όχι με νέο της ηλικίας του σχεδόν,
σφρίγος με σφρίγος, η χαρά του ματιού
για την καλλίγραμμη μέση αλλήλων,
τα ίδια τα αρωματικά τα χνώτα,
ίδια αντοχή επάλληλα, ίδιος γνώριμος ρυθμός:
με μένα, γιατί όχι;

σήμερα, μεσήλικας ο ίδιος,
τί κι αν χωρίς παραδοχή του χρόνου, ατέρμονα νέος,
τα τότε κατανόω.
η ανάμνηση δεν πληγώνει πια:
νεαρός, ωραίος σαν λίγοι απόψε ο σύντροφος,
στην άρνηση της φθοράς, έβηφος το έπαθλο !

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου