Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011


ΓΕΝΕΣΗ

ποιά μοίρα,
ποιάς εύνοιας χέρι
μας έκανε να γίνόμαστε φίλοι…
εκείνα τα πιο λαμπρά βράδια του καλοκαιριού,
όταν μιλούσαμε
για το Σωκράτη και για το Χριστό
και για την Ελλάδα!

έφυγες.
οι βάρκες, οι πέτρες, τα δένδρα του γιαλού
με ρωτάνε για σένα.
η πόλη σα μαγνήτης με τραβάει,
μυριάδες φώτα
αναρωτιούνται αν θα σε βρω.

και ξαναφεύγω
από μια νύχτα πιο σκοτεινή,
από μαύρες μάνδρες,
για παραλίες
που σε λίγο, πάλι θακούσουν
να μιλάμε, να μαλώνουμε σχεδόν,
για το Σωκράτη και για το Χριστό
και για την Ελλάδα!



ΓΗ ΚΑΙ ΥΔΩΡ

η σιωπή απολίθωσε
σχήματα πάμπολλα,
δυσκίνητα ήδη χρώματα
σπάζουν άχαρα σε σκιές.
πολύ περίμενα, αφύσικα πολύ
να σε πλησιάσω

με προσφορά ερωτική.

και τώρα χάθηκε ο τρόπος ο αυθόρμητος,
χάθηκε ο χαρούμενος επτάλογος
των πρώτων ωρών,
μύθος και μυστήριο εξύφαινα,
δίχτυα χρυσά, έναν κόσμο άλλο έπλασα
να μας χωρέσει

αντί να σε κρατήσω φιλικά από τον ώμο.

τώρα,
όποια λόγια ταπεινόφρωνα,
ή οράματα τολμηρότατα, λόγια πια
δεν αρκούν, το νιώθω.
η σιωπή, για να αντιλαλήσει
απαιτεί νικητή, νικημένο:

γη και ύδωρ.



ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

πόσο λίγη θάλασσα σου φτάνει
πόσο λίγη άμμος
κι ένας μόνο βράχος;
αγόρι του κρυφού γιαλού.
βλέμματα περνάνε
μαντεύουν
φεύγουν
ή διστάζουν στο θερμό κάλεσμα του μεσημεριού,
και το βράχο σου γυροφέρνουν
με ανίκητη λαχτάρα...

όπως έκανα εγώ την πρώτη μέρα.
και τη δεύτερη.

τόσο λίγη θάλασσα σου φτάνει;
σε ρώτησα το τρίτο μεσημέρι,
σα να μη χωρούσε τόσο λίγος τόπος
την ομορφιά σου
και τις επιθυμίες όλων.

μας χωράει, εμάς χωράει, απάντησες
και γίναμε φίλοι πολύ.

και τώρα ακόμα
- πάνε εφτά χρόνια -
απορώ με τη μοίρα και με τόσα άλλα
ανεξήγητα σημάδια:
πώς γίναμε φίλοι;
σ’ ένα μεσημέρι, για ένα καλοκαίρι...



ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΦΙΛΟ

εσύ με τα μάυρα της ολοφέγγαρης νύχτας λαμπρά μάτια,
εσύ ο σαν αθλητής νέος κι ωραίος,
εσύ με το μετρημένο άξιο λόγο,
γίνε φίλος μου,
ανώτερός μου.

εσύ που καθυπόταξες την ορμή της λογικής μου,
τα μη απλά χαρούμενα σχήματα,
για να μείνει το υπέροχο συναίσθημα της φιλίας
κτήμα σου απαράμιλλο,
εσύ με το χαμόγελο μοναδικό,
εσύ με το περιστέρι στον ώμο,
γίνε φίλος μου

κι ανώτερός μου, καθώς φίλος.
δέξου δυό παλάμες στις παλάμες σου:
την ύπαρξή μου όλη άδεια από
κάθε απαίτηση άλλη από την απλή φιλία σου.
δέξου με όπως ήμουν ως χτές:
έτοιμος για όνειρα και δρόμους,
διψασμένος για φιλία
κι από προσδοκίες
κατάφορτος!



ΓΟΝΙΜΟ ΤΙΜΗΜΑ

κι εγώ που μήνες περίμενα
με την επιμονή του εγωισμού
με την υπομονή του πληγωμένου,
που η πληγή του όλο χαίνει
και δεν γιατρεύεται.
άλλαξε ο ήλιος,
χαμήλωσε το τοπίο.
οι χτεσινοί νέοι,
με του Απόλλωνα το σώμα,
τον οίστρο των θεών,
μελαγχολικά περνάνε...
ήταν το καλοκαίρι βαρύ
κι ίσως γόνιμο.

δυο τρία ονόματα ξέχασα κι εγώ
ήταν το δικό σου πολύ βαρύ
κι ίσως γόνιμο.
μήνες περιμένω και μήνες σκορπάω,
κρυφά ελπίζοντας
πως η δική σου θέληση
θα αντέχει πιο πολύ από τη δική μου
στην ξέφρενη ιαχή των αισθήσεων.

είναι το τίμημα βαρύ πολύ,
αλλά τόσο γόνιμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου