Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011



ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΥΟ, ΠΟΙΟΣ ;

βαρειά με κάνει το φθινόπωρο
σα μίσχος να λυγίζω,
βαρειά να γράφω στίχους βαρείς
για κοινότοπα συμβάντα
για μονότονα γεγονότα.

φίλος που το όνομά του
σαν ηχώ στο κενό ηχεί.

από πού τόση φθορά;
η πτώση του γλάρου, γιατί: πώς έγινε;
ποιός μισέφηβος την προκάλεσε;
ποιός από τους δυό μας φταίει;

άχρηστα τα εφόδια του ταξιδιού.
στον ορίζοντα της Αίγινας
κρέμεται η βροχή.
ποιός από τους δυό μας φταίει;



ΑΠΟΓΕΥΜΑ

κοιμάσαι και γαλήνια η ώρα.
θάλασσα δεν ακούγεται.
ο ύπνος σου τόσο ήσυχος που την ανάσα μου κρατάω,
και τις μύγες αφήνω στο γυρολόι τους.

κοιμάσαι
και το σώμα σου κρουστό, στον ύπνο ακόμα προκαλεί,
στον ύπνο, ναι, λαχταριστά γυμνό.
το μεσημέρι σε χάρηκα για πολλοστή φορά,
αλλά κάθε ματιά μου στη μυώδη σου μέση,
στο νεανικό σου στήθος θείο δώρο,
στα σαν υπόσχεση μισάνοιχτά σου χείλη,
νέο αίμα, νέα παρόρμηση στο σώμα μου κεντάει.
τα χέρια μου για χάδια ανοίγονται, η πλάτη μου για χάδια
καίει.

κοιμάσαι και γαλήνια η ώρα.
το δωμάτιο τόσο ήσυχο που την ανάσα μου κρατάω,
και τα μάτια μου κλείνω, πιεστικά,
γλυκά τ’ όνειρο να χαρώ, πριν τ’ όνειρο αναθεριεύσει.



ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ 

από επαρχία ορεινή δυό παλικάρια
στην έρημη παραλία μου των βράχων
κατέληξαν τυχαία.

κι είναι η έκπληξή τους έκδηλη:
άνδρας ολόγυμνος να βγαίνει από τη θάλασσα,
κι αμέριμνα ολόγυμνος, εκεί δίπλα τους, στο βράχο να ξαπλώνει,
εδώ στην κρυφή αμμουδιά που έψαχναν, εδώ να κρύψουν
το κολύμπι που δεν ξέρουν,
τον έμφυτο φόβο του νερού, τα αμαύριστα σώματά τους.

και τους γίνεται η ζέστη πιο ανυπόφορη,
μέσα τους ηδονή ανυποψίαστη ανάβει.
σαστισμένοι μα και γοητευμένοι μαζί, δεν φεύγουν.
δεν θέλουν να δείξουν ότι ξαφνιάστηκαν,
ότι ανοίκεια η τόση ελευθεριότητα, και
κρυφοκοιτάζοντάς με, ελαφρογελώντας, γδύνονται.
κι απ τα φαιδρά τους εσώρουχα άλλων δεκαετιών,
μύες δυνατοί σαν βουνού λεβεντιά,
αναλογίες που ηδύτατα τα σπλάχνα μου ταράζουν
φανερώνονται στον ήλιο.

κι αμήχανοι για ώρα, τη λίγη άμμο με τα μυώδη λευκά πόδια
άσκοπα σκαλίζουν, λιγομίλητοι, ξένα σώματα στο φώς,
τα χέρια τους τα σφυρήλατα σα μέλη περιττά, κρεμασμένα,
άπρακτοι στην ξανθή τους ομορφιά.

ώσπου μεμιάς, ελευθερωμένος πια ο ένας θαρρετά
γυμνώνεται τελείως με κίνηση απότομη
και χωρίς πίσω του να κοιτάξει αν άλλος ακολουθεί,
προχωράει στη θάλασσα, στο νέο κόσμο που μέσα του ανακάλυψε.
σχιστά δίπλα μου περνάει,
ιθυφαλλικός λευκόσαρκος σάτυρος.



ΑΠΟΛΕΠΙΣΗ

φόβος
για λίγο αίμα σε μια πέτρα,
για την ξαφνική σιωπή
την αποσιώπηση.
φόβος
για την ώρα που αργεί.
τί γρήγορα όμως που πλησιάζει το αναπόφευκτο!

ο φόβος μάς έγινε σύντροφος
και μετράω μέρες, μετράμε,
και μετράω νύχτες, μετράμε,
και τα λίγα, όλο και λιγότερα βράδια
που μας μένουν,

όλο χαρά και φόβος!



ΑΠΟΜΑΧΟΣ

ξέχασα τ’ όνομα του σημερινού επισκέπτη.
ξέσαχα τ’ όνομα του χτεσινού συνεργάτη.
ξέχασα τ’ όνομα του προχτεσινού συντρόφου.
κόσμος περνάει και τα ονόματα εναλλάσσονται αδιάκοπα γρήγορα,
αποχάνονται.
κι ο νους μου σταδιακά αδειάζει από σημεία αναφοράς.
ας είναι, κόσμος πάει κι ανανεώνω το υλικό
για λίγα ακόμα χρόνια μνήμης,
για πολλά ελπίζω αποφθέγματα γνώσεων και σοφίας,

χωρίς τη λέξη τέλος στο τέλος…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου