Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Εξιστόριση (7)


Σημείωση για τους αναγνώστες που δεν παρακολούθησαν από την αρχή (από 4 Απριλίου) τις αναρτήσεις:

Το έργο «ΕΞΙΣΤΟΡΗΣΗ». αποτελείται από 94 ποιήματα με θέμα τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σ’ ένα νεαρό και έναν άνδρα μεγαλύτερο. Θέμα ακανθώδες. Ολοκληρωμένη ιστορία. Έργο ποιητικής φαντασίας και ελευθερίας.

Προτείνεται στους αναγνώστες να διαβάζουν τα ποιήματα με τη σειρά που θα αναρτώνται. Κάθε ποίημα διατηρεί φυσικά την αισθητική του αυτονομία, αλλά εντάσσεται σαν κρίκος σε μια αλυσίδα. Ο ποιητής δίνει το λόγο στον άνδρα, που, απευθυνόμενος στο νεαρό, θυμάται, καμιά φορά ώρα προς ώρα, μέρα προς μέρα, και εξιστορεί...

Στο ποίημα 20 «πλαγιά», ο άνδρας παραδέχεται ότι αναζητεί κι άλλες παρέες έξω από την εμμονή του με το νεαρό, αλλά η εικόνα του νεαρού τον κυνηγάει, δεν τον αφήνει, στο τέλος μάλιστα φαντάζεται ότι στέκεται μπροστά του την ώρα που αυτοϊκανοποιείται.


19.
ΝΥΧΤΑΣ ΑΠΟΓΝΩΣΗ

άκαρπο χτες
το απόγευμα με διάβασμα στο σπίτι.
τρία βιβλία ξεκίνησα,
από λίγες σελίδες κράτησε η ανάγνωση,
σε κάθε παράγραφο τα μάτια μου
με αγωνία στο ρολόι
που αμείλικτα συντόμευε, αλίμονο συντόμευε
το χρόνο το διαθέσιμο
αν εμφανιζόσουνα τώρα
τώρα

τώρα.

έπεσε το βράδυ και δεν είχες έρθει.
πανσέληνος, και με σφίξιμο εδώ βαθιά
να ακούω – να θέλω να ακούσω
τα γρήγορά σου βήματα στον κήπο,
τον ήπιο ήχο του κουδουνιού,
το αίσιο καλησπέρα.

(και το βιβλίο αυτό άνοστο, απρόσιτο,
δεν διαβάζω άλλο πια, θα παρακολουθώ
το λεπτοδείκτη
να μου γκρεμίζει τη βραδιά,
λεπτό προς λεπτό)

μια μέρα με την απουσία σου
νύχτας απόγνωση.


20.
ΠΛΑΓΙΑ

θυμάρι και κοντόπευκα, βράχος κι ουρανός.
περπάτησα ως εδώ την έρημη πλαγιά
για να βρω σύντροφο ηδονών,
αλλά θρόϊσμα άλλο από τρομαγμένου πουλιού
κανένα δεν άκουσα.
τ’ αγόρια τα μοναχικά
γυρίζουν δρόμους και πλατείες, μπορεί και κήπους,
σκέφτηκα,
το δάσος το αραιό εδώ το δύσβατο, γιατί να τους τραβάει;

πιο χαμηλά το αυστηρό στρατόπεδο,
τα στερημένα παλικάρια.
η πύλη όμως σε άλλη πλευρά, ως εδώ πάνω ποιός θα φτάσει
αναζητώντας επαφή;

κάθισα σε σαν κερκίδα μάρμαρα
και η θέα της πόλης κάτω μακριά ενέτεινε τον πόνο
τον πόνο της απουσίας σου,
τον πόνο στο άκουσμα της φωνής σου
τον πόνο μπροστά σε χίλιες εικόνες, χίλιες φορές εσύ:
χέρι αν άπλωνα δίπλα μου,
το λεπτό μυώδες σου χέρι θάβρισκα.
όσο και να έχτισα συντροφιές άλλες με το νου,
προσεγγίσεις ηδονής άλλες,
το δικό σου πρόσωπο κυνηγούσα ανάμεσα στα πεύκα,
το δικό σου σώμα μ’ έκανε να σκιρτώ,
να πονάω.

απόψε, αν δυό μοναδικά λεπτά μπορούμε να απομονωθούμε,
απόψε θα…
κι αναπυρακτώνονται οι αισθήσεις μου μεμιάς
σαν τη φλόγα στο κυπαρίσσι, παμφάγα, από εικόνες μέλλοντος:
τα γυμνά μας σώματα εν αρμονία
η εφηβική σου αλκή
τα λεπτά να γίνουν ώρες,
τόσο φώς,
που ντράπηκα, ντράπηκα στον έρημο τούτο τόπο
να βγάλω απελπισμένα παλλόμενο το πέος μου στον ήλιο,
και χώθηκα σε σκιά βαθιά, με μάτια κλειστά σε σένα καρφωμένα
να ελαφρωθώ.

ήσουν εκεί, γιατί
το φιλί σου στο λαιμό
έπνιξε την κραυγή μου
κι άφησε σημάδι.


21.
ΑΠΑΙΧΤΟ

είπε η μητέρα σου:
πήγε απάνω για μελέτη, όλη μέρα έπαιζε,
γύρισε αργά κι αμέσως στρώθηκε στο διάβασμα,
μάλλον δεν άκουσε που ήρθατε,
θα του πω να κατέβει.

σκέφτηκα:
τις ώρες μέτρησα, τα αμείλικτα τέταρτα
μήπως…
μέρα ολόκληρη θρυμματίστηκε
σε άπειρα πού και άν και γιατί
και με ποιόν;
μπαίνοντας στο σπίτι σου,
πώς ξέχασα ν’ανεβώ στο δωμάτιό σου αμέσως,
μαζί θα ήμαστε τώρα, πώς το ξέχασα;

είπε η μητέρα σου:
κοιμάται.
αποκοιμήθηκε, εξαντλημένος απ το παιχνίδι,
τα βιβλία του ακόμα ανοιχτά
τον έγδυσα πρόχειρα και τον σκέπασα
ήδη κοιμάται βαθιά.
όλη μέρα έπαιζε.

σκέφτηκα:
παιδί ξανάγινες, παιδί μια Κυριακή
με παρέες και παιχνίδι
που ο μεγάλος εγώ δεν μπορώ να νιώσω πια.
έστω, μια μέρα με ξέχασες.
πώς όμως αποκοιμήθηκες
με ποιά εικόνα,
ποιό παιχνίδι ανάμεσά μας άπαιχτο ακόμα
στο νού;

2 σχόλια: