Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Εξιστόρηση (8)

Σημείωση για τους αναγνώστες που δεν παρακολούθησαν από την αρχή (από 4 Απριλίου) τις αναρτήσεις:

Το έργο «ΕΞΙΣΤΟΡΗΣΗ». αποτελείται από 94 ποιήματα με θέμα τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σ’ ένα νεαρό και έναν άνδρα μεγαλύτερο. Θέμα ακανθώδες. Ολοκληρωμένη ιστορία. Έργο ποιητικής φαντασίας και ελευθερίας.

Προτείνεται στους αναγνώστες να διαβάζουν τα ποιήματα με τη σειρά που θα αναρτώνται. Κάθε ποίημα διατηρεί φυσικά την αισθητική του αυτονομία, αλλά εντάσσεται σαν κρίκος σε μια αλυσίδα. Ο ποιητής δίνει το λόγο στον άνδρα, που, απευθυνόμενος στο νεαρό, θυμάται, καμιά φορά ώρα προς ώρα, μέρα προς μέρα, και εξιστορεί...

Τα τρία ποιήματα που ακολουθούν εκφράζουν απογοήτευση.
Στο ποίημα 22. «γέυμα», η προσδοκία για χάδια κάτω από το τραπέζι δεν πραγματοποιείται γιατί για τυχαίο λόγο, απομακρύνουν το νεαρό.
Στο ποίημα 23. «χάδια ορφανά», ο ίδιος ο νεαρός δεν ενδίδει στην προτροπή να απομονωθούν.
Στο ποίημα 24. «λάθος ανάγνωση», σ’ ένα διάλογο/παιχνίδι ερωτοαποκρίσεων (ο άνδρας ρωτάει, ο νεαρός απαντάει) δεν δίδεται πειστική απάντηση από το νεαρό, που περιορίζεται να αναφέρει μόνο το είδος του χαμόγελου σε κάθε περίσταση, και αιωρείται η υπόνοια ότι δεν υπάρχει προθυμία, ότι οι θετικές ενδείξεις των προηγούμενων ημερών/εβδομάδων οδήγησαν τον άνδρα σε λάθος συμπέρασμα για τη σύσφιξη της σχέσης...


22.
ΓΕΥΜΑ

το μεγάλο οικογενειακό τραπέζι είχε στρωθεί
και δίπλα στη δική μου, την τιμητική τη θέση
είπαν ότι θα κάθεσαι εσύ.
το δωμάτιο σα να δέχτηκε πιο πολύ ήλιο ακόμα
όταν τ’ άκουσα.
ήξερα, στη στενότητα μέσα θα ακουμπούσαν τα γόνατά μας,
στα κρυφά θα σου χάϊδευα τα πόδια, θα επιδίωκα
και την ελάχιστη έστω επαφή.
προσέβλεπα σε γεύμα με αισθήσεις στο έπακρο αναπτυγμένες!

αλλά μόλις καθίσαμε
κι επειδή νεώτερος όλων μας εσύ,
σου άλλαξαν τη θέση και κατέληξες μακριά μου
στην άλλη άκρη του τραπεζιού.


23.
ΧΑΔΙΑ ΟΡΦΑΝΑ

το μεσημέρι καταλαγιασμένο.
κορεσμένο από ήλιο το δωμάτιο που καθόμαστε
εσύ, εγώ, συγγενικά πρόσωπα σε ημιλήθαργο απομεσήμερου.

απάνω να πάμε να καθίσουμε
γιατί αρνήθηκες;
η πρόφαση εύλογη – τα δύσκολα μαθήματά σου –
η ώρα ιδανική, άλλος δεν θανέβαινε,
στο ημίφως στρωμένα τα κρεβάτια,
θα μιλούσαμε, θα μιλούσαμε στο κενό
ενώ θα σου χάϊδευα τα μαλλιά, το πρόσωπο,
κι ανυπόμονα
τους ήδη σμηλευμένους κοιλιακούς εφήβου
και…

αλλά όχι,
τα δάχτυλά μου
από τις φτέρνες και τις δυό ανεβαίνοντας σιγά,
κνήμη, γόνατο, μηρό, σε αργή κίνηση
στοργικά οικειοποιούνται.
κι ένα φιλί, ίσως ένα φιλί
εκεί που το ρούχο είναι πιο χονδρό,
πολλές οι ραφές, πιο έντονη η αγορίστικη οσμή,
πέτρα η σάρκα.

όποια διαδρομή στο σώμα σου θα εμπνεόμουνα,
αυτή τη φορά δεν θα δείλιαζα:
θα σου μιλούσα σώμα με σώμα.


σε κοίταξα στα μάτια:
η φαντασίωση του θριάμβου κόπηκε.
από τη νωχελική σου πολυθρόνα
είπες όχι, ένα όχι ψιθυριστό,
μια δικαιολογία – δεν θυμάμαι πια – ασήμαντη,
και πάλι ένιωθα τα χάδια μου ορφανά.


24.
ΛΑΘΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

θυμάσαι την άμμουδιά στα δυτικά,
τη θάλασσα σαν αγίασμα ήρεμη,
τη δροσερή ανάσα του ήλιου
σαν ευχή, λίγο πριν βασιλέψει ;

(θυμάμαι το χαμόγελό σου,
ανοιχτό, ίσως ήδη διφορούμενο).

θυμάσαι τον κρυμμένο κολπίσκο στο νησί,
τη δύσκολη κάθοδο,
το τί λέγαμε και λέγαμε δίπλα στη σπηλιά
στον ίσκιο, σ’ εμπύρετο μεσημέρι;

(θυμάμαι το χαμόγελό σου,
πιο απόμακρο, ίσως ήδη υποσχόμενο).

θυμάσαι το δωμάτιό μου,
τα χάδια μου τα φιλικά, τα σεμνά
σ’ όλο το σώμα σου σχεδόν,
κι ότι τ’ απολάμβανες χωρίς ενδοιασμό;

(θυμάμαι το χαμόγελό σου,
ενθαρρυντικό, ίσως ήδη πρόθυμο).

θυμάσαι το δωμάτιό μου τη δεύτερη φορά,
τα χέρια μου μ’ επιμονή να κατακτούν
εξαίσιους εφηβικούς μύς, και τα μάτια σου
προσμονή κι υπόσχεση να λάμπουν
όταν πια έφτασε η στύση σου στο φως ;

(θυμάμαι το σκληρό σου χαμόγελο,
τη σιωπηρή ερώτηση: πότε;)

κι ένοχα ψάχνω μέρες τώρα
να βρω τί ανέγνωσα λάθος…

2 σχόλια: