Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Εξιστόρηση (3)


Συνεχίζεται η ανάρτηση του έργου «ΕΞΙΣΤΟΡΗΣΗ». Πρόκειται για ένα σύνολο 94 ποιημάτων με θέμα τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σ’ ένα νεαρό και έναν άνδρα μεγαλύτερο. Θέμα ακανθώδες. Ολοκληρωμένη ιστορία. Έργο ποιητικής φαντασίας και ελευθερίας.

Προτείνεται στους αναγνώστες να διαβάζουν τα ποιήματα με τη σειρά που θα αναρτώνται. Κάθε ποίημα διατηρεί φυσικά την αισθητική του αυτονομία, αλλά εντάσσεται σαν κρίκος σε μια αλυσίδα. Ο ποιητής δίνει το λόγο στον άνδρα, που, απευθυνόμενος στο νεαρό, θυμάται, καμιά φορά ώρα προς ώρα, μέρα προς μέρα, και εξιστορεί...

 

7.
ΞΑΝΑΝΙΩΜΑ

σε είδα να κωπηλατείς με μανία
για να φτάσουμε πρώτοι στη νησίδα.
σε είδα να τρέχεις ξένοιαστα
εκεί που χτες σκοτώναμε το φίδι.
σε είδα να ψάχνεις σκιερές σπηλιές
στα βράχια, απρόσιτα λιμανάκια
- ήθελες να τα δείξεις στην παρέα σου,
εμείς αν θα κρυβόμασταν εκεί,
το σκέφτηκες;
σε είδα να παίζεις με τα άλλα αγόρια,
παιδί μες στα παιδιά στο παιχνίδι,
και στο κολύμπι, ποιός θα παραβγεί,
ποιός στα πειράγματα πρώτος…
σε είδα να ονειροπολείς, τα γελαστά σου μάτια
χαμένα σε πυρωμένο από ζόρικο ήλιο ορίζοντα
- δίπλα σου έτρεμα, τα χέρια μας σ’ επαφή,
αλλά, στη μικρή σου παρέα
μίλησες μετά για εκδρομή.

πόσο νεώτερος έγινα σε τέσσερεις μέρες!
στέρεο ακόμα ανάμεσά μας το όνειδος του όχι,
δεν αφήνει να σε διεκδικήσω
παρά μόνο από τη δίψα σου για γνώση κι εμπειρία,
- όταν θα λείπει το παιχνίδι και σκόρπια η παρέα
κι άμοιρή σου η μοναξιά…


8.
ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

μπήκα στο δωμάτιο, το δικό σου δωμάτιο,
με δεός, μην έρθω αντιμέτωπος με αντικείμενα
πολύ κοινά, με κάτι που θα ράγιζε την εικόνα σου
νεαρού θεού εφήβων.

όλοι λείπαν.
η ανάσα μου έφερε αλλόκοτη οσμή κλειστού χώρου
στη σιωπή.  Οι τοίχοι γεμάτοι δράση απολιθωμένη.
τα ινδάλματά σου νέοι άνδρες όλοι, αθλητισμός και
μουσική.

το κρεβάτι μαλακό πολύ, το κρεβάτι σου
- πότε θα λέμε δικό μας; -
τα μαλλιά μου
στο μαξιλάρι βαθιά γίνονται μαλλιά σου,
το σώμα σου παίρνει τη θέση μου.
βαθιά λυγίζει το στρώμα με των δυό
τα γυμνά κορμιά.
οσμές εφήβων και ανδρών ανάκατα
μούσκεψαν χείλη, χέρια και κοιλιά.

απ’ το τραπέζι
μια άδολη ως σήμερα φωτογραφία
ξεσπάει, σαν νάφτασε κει το σπέρμα,
και με λύπη σκέφτομαι
πως η γοητεία της μύησης
ήδη πάει να χαθεί.


9.
ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΜΦΙΤΑΛΑΝΤΕΥΣΗ

άνθρωποι εκατοντάδες γύρω μου συνάδελφοι.
κλείνω το είναι μου σ’ ένα χαμόγελο άμεμπτο,
και ήρεμα σκέφτομα, φαντάζομαι εσένα.

πεύκα κι ευκάλυπτοι ακίνητα.
η θάλασσα ακόμα νυσταγμένη
με τους πρώτους πρωϊνούς ανήσυχους
κολυμβητές,
τίποτα δεν μου θυμίζει δικό σου κάτι.
ο νους μου γυρίζει στο νησί,
σ’ έρημα τοπία ευκαιριών
που ανάμνηση έμειναν, σαν απότομα
κομμένη.

να τολμήσω, γιατί δεν μπόρεσα;
κι εσύ με την αθώα διφορούμενη σαγήνη
των δεκαπέντε σου,
σιωπηλά να με πιάσεις απ τον ώμο,
ζεστά, δυνατά να νιώθω τα δάχτυλά σου,
γιατί δεν τόλμησες;

1 σχόλιο: