Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011


ΟΤΑΝ ΘΑΜΑΙ ΠΕΝΗΝΤΑ

όταν θάμαι πενήντα,
κι αμέσως σαν ν' ακούω τα λόγια του καθηγητή μας
που, σαραντάρης πια, σε μια διφορούμενη παρατήρησή μου,
με ύφος πολύ φυσικό μας αντέτεινε, πως σε κάθε ηλικία
νιώθει κανείς το ίδιο καλά.
αυτό το "καλά" ίσως να το τόνισε διφορούμενα, γιατί
στο επόμενο διάλειμμα
ανεκδοτολογικά συζητούσαμε τα παιδιά
αν θα είχε στύση ακόμα αυτός, και τί στύση θα ήταν αυτή,
σαραντάρης άνθρωπος, ευπαρουσίαστος μπορεί, αλλά σαραντάρης.

τα σαράντα μας φάνηκαν τότε σαν το τέρμα
των συναισθημάτων, το τέρμα του ερωτικού σκιρτήματος.
το τέρμα της ομορφιάς, οπωσδήποτε το τέρμα της ομορφιάς
του σώματός μας (ποιός από μας τους δυό κρυπτερωτικά θα
κοίταζε ποτέ έναν πενηντάρη ;)

όταν θάμαι πενήντα,
το πονηρό σου χαμόγελο εκείνης της στιγμής του διαλείμματος
θα βλέπω μπροστά μου πονηρό.
το πονηρό σου χαμόγελο, όπως αργότερα κατάλαβα,
τότε ακόμα ένα αθώο αίνιγμα:
δεν είχαμε αποτολμήσει να εξερευνήσουμε την αμοιβαία κλίση,
που έξοχη προθυμία θα κατέληγε, αν τολμούσε ο ένας απ τους δυό.
όχι: λέγαμε τότε για ιδανική φιλία και κοινωνία ψυχής.

τα σώματά μας - παρά τις στύσεις - χρόνια έμειναν ανέπαφα.

όταν θάμαι πενήντα,
πόσο θα με πληγώνει ακόμα η συναίσθηση του χαμένου χρόνου,
του χαμένου θησαυρού ;



ΟΥΣΙΑ

μια απουσία τριγυρίζει εδώ μέσα.
μια ανάμνηση - λίγα πολύτιμα δευτερόλεπτα -
αμείλικτα αναδύθηκε
και γκρέμισε τα πάντα!

το σώμα ρωτάει το νου γιατί πονάει,
ο φίλος ρωτάει το φίλο για την ουσία...



ΟΧΙ

η σιωπή αβάσταχτα είχε φορτίσει
τους τοίχους, τα μάρμαρα του καθιστικού,
τα γυμνά παράθυρα με θέα την άσπρη πόλη.
επιθυμίες μηνών θα κραύγαζαν για λύτρωση,
θα τολμούσα τα ανεπίτρεπτα,
θα σε άλωνα στα προαιώνια δίχτυα
πρωτόγνωρων ηδονών.
θα σήμανε η ώρα πρώτη, μέρα πρώτη,
έτος πρώτο
στα κατοπινά κατάστιχα των αναμνήσεων.
κάθε χρυσό λεπτό θα γινόταν βίωμα.

αλλά ένα όχι, στοργικό σα χάδι όχι ακούστηκε,
παρακλητικό και γι’ αυτό αδυσώπητα μεγεθυμένο
στο δωμάτιο να αντηχεί εφιαλτικά.
ανέπαφο το τοπίο πέρα από παράθυρα
ανέπαφο το μαρμάρινο δάπεδο, στη θέση τους
τοίχοι, πολυθρόνες, φωτογραφίες γελαστές.

μόνο λίγη σάρκα εφηβική τραυματίστηκε
ανεξίτηλα, από πρόωρα περιπαθή φιλιά.
σηκώθηκα και ήταν σα να γονάτιζα
ξανά στα γυαλισμένα μάρμαρα,
και είδα τα είδωλά μας
να θαμπώνουν, να θαμπώνουν…



ΠΑΡΑ ΛΙΓΟ

δείλιασα δείλιασα δείλιασα,
κι ας με καλούσε
φωτεινή η ματιά, ευάλκιμο το σώμα
του εφήβου εδώ στο άγνωστο ακρωτήρι.
η θάλασσα κρατούσε την ανάσα της,
φόβος και πόθος διαφιλονικούν
για τους χτύπους της καρδιάς.
λυγίζει το σώμα και η ψυχή σπαράζει.
δείλιασα...

παράξενη βραδιά.
τώρα το σώμα μου σαν τόξο τεντωμένο,
άδεια χέρια τείνω στον ουρανό,
μην ξέροντας
αν κατάρα ή παράκληση,
ή ευγνωμοσύνη ψιθυρίζω.



ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ

ποίημα τρίτο.
σε γύρεψα ώρα πολλή
σε δυό και τρία μονοπάτια.
και οι αριθμοί,
οι ώρες
το ύψος του ήλιου
τα δένδρα τ’ ατέλειωτα,
την έξαρση του πόθου σκότωσαν.

και στέκομαι στο ξέφωτο
από όνειρα αδειασμένος,
με την πυκνή αλήθεια του τοπίου,
έτοιμος για κάθε παραδοχή:

άργησες,
κι εγώ ήρθα νωρίς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου