Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011


ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ

η δουλειά μου κόβεται σε πολλά μικρά κομμάτια,
με κρίκο συνδετικό εσένα.
αδύνατο να μη σκεφτώ τα βαριά σου χέρια,
τα νεανικά για χάδι χέρια
να ταχτοποιούν τα έγγραφα,
να ακουμπάνε στο γραφείο,
να κρέμονται στο κενό.

και το όνειρο καταλαμβάνει το δωμάτιο,
τα χέρια σου έγιναν εσύ όλος
δυό χέρια ένα σώμα
που άλλα χέρια, άλλο σώμα κοντά του σφίγγει,

απαράλλαχτα όπως τότε,
στην εποχή του χαλκού.



ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΑ ΓΥΜΝΟΣ

με το γυμνό μου σώμα τα πηγαίνω καλά !
οι παραλίες οι σχεδόν έρημες το στοιχείο μου,
βραχοσχήματα στον ήλιο, στον ίσκιο, στηριγμένα δω κι εκεί
σ' απλωσιές άμμου.
ω ναί, σε τέτοιο κλειστό κόσμο με το γυμνό μου σώμα τα πηγαίνω καλά !

στην άμμο ανάγλυφα ριγμένος σαν αστερίας,
συνουσιάζομαι με τη γή.
στο λείo βράχο απλωμένος, μύες σκληροί σ' επιφάνεια χωρίς απόηχο,
συνουσιάζομαι με την ύλη.
στη θάλασσα μιας άλλης δίψας γνώριμος κολυμβητής,
συνουσιάζομαι με το χρόνο.
στον ήλιο το γαλάζιο, ηδονικά τα μάτια κλειστά,
συνουσιάζομαι με τον έφηβο ουρανό.

ω ναί, με το γυμνό μου σώμα τα πηγαίνω καλά !

κι αν σκέφτομαι το αύριο, φευγαλέα, αφηρημένος
από την ίδια την πληρότητα του χορτασμού,
από την κόπωση που σε κάνει γλυκιά ν' αναπολείς,
προκλητικά, σαν αντίδραση κιόλας στο καταλάγιασμα της ηδονής,
το αύριο:
μέρες, μήνες, χρόνια πολλά μετράω

σε ζάλη αντιπερισπασμού.



ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΑ

... και προσφέρω αυτό σαν ελάχιστη θυσία:
τις ώρες που λείπεις
να είσαι πιο κοντά μου,
δικός μου πιο πολύ
από τις ώρες μας στο βουνό,
από τις ώρες στο δάσος.

γιατί αχαλίνωτος ο οίστρος,
κι η δίψα σαν από τρίωρη πορεία
σε άδενδρο νησί.

κι αν τολμώ και γράφω κρυφά,
κι αν  ελπίζω,
είναι γιατί αγνοείς τους στίχους,
το τετράδιο χωρίς αιδώ
που κρύβει τα όνειρά μου,

χωρίς αιδώ...

προληπτικά,
για να μην ακούγεται σα φυγή
από την πραγματικότητα,

δεν ομολογώ τίποτα.



ΠΡΟΜΗΝΥΜΑ

το καλοκαίρι αμφιταλαντεύεται.

σήμερα η καλημέρα σου ακούστηκε πιο ζωηρή,
το χαμόγελό σου πιο εγκάρδιο
μου φάνηκε.

μια μέρα σαν τις άλλες ;

το βλέμμα σου γυρεύω,
κι ας είμαι ως την απελπισία,
ως την απελπισία αβέβαιος
για το τί θα διαβάσω σ' αυτό,
στα μισάνοιχτά σου χείλη.

το καλοκαίρι αμφιταλαντεύεται.

προμήνυμα ζητώ.
μήν πεις.



ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

επιθετικό το καλοκαίρι,
κι αναμμένα τα παιδιά
πέταξαν τα πάνω ρούχα.
κι αυλές και γήπεδα
γέμισαν αγάλματα σιτόχροα,
κινούμενα με αυθάδεια
σαν πρόκληση στον ήλιο.

αγόρια νέας γενιάς
παιδιά ως χτες του γείτονα,
η ενός γνωστού, παιδιά της παιδικής χαράς
ακόμα πέρσι,
τώρα κατακτούν τα μάτια μου
κι από κοντά όταν περνάω
μυρωδιά ερωτική
ταράζει, χτυπά τη σάρκα, την ανάσα μου
ανέλπιστα λάγνα.

δυό βήματα μετά,
σα γύρισα να δω την πλάτη σου,
τους μύες νωπούς απ τη σμίλη,
μαύρο πετράδι το βλέμμα σου είδα
να ηδυβολεί…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου