Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011


ΡΗΣΗ ΧΡΟΝΟΥ

τραγικά
τα λεπτά, πεντάλεπτα, περνούσαν, έσβησαν
σε λόγια, σε λόγια άσχετα.

δειλός δεν είμαι.
αλλά σήμερα να σε χάσω
αν δεν σε κατακτούσα,
τη σκέψη δεν αντέχω.

γιατί, όσο το όχι δεν ακουστεί,
με προσδοκία από κάθε όριο
πιο πιεστική, τα οράματα
ηδονής καλλιεργώ,
απάνθρωπα, απάνθρωπα προσηλωμένος.



ΡΙΞΗ

παράτα με, είμαι ξένος.
η γυμνή μου ψυχή δεν ανέχεται πια
το βλέμμα σου, το χλευασμό.
να φύγω άσε με, είμαι ξένος.

κάπου μακριά
θα φύγω, φτωχός, απόπαιδο.
τα βράδια θα κάθομαι στη θάλασσα
σε διάλογο ανοιχτό με όποιον τύχει,
και σκοτεινός καθρέφτης μου
το νερό.

έχω αργήσει, άσε με,
για μια φορά έφυγα και γύρισα.
τώρα οριστικά διαγράφω
την ανάμνηση το καυτό κορμί σου.
ξένος σού είμαι.

πού είναι η θάλασσα;
πού τα καράβια;



ΣΑΛΑΜΙΝΑ

τη Σαλαμίνα των προεφηβικών μου χρόνων
θυμήθηκα στα Σελήνια, στο Μοναστήρι, στα Περιστέρια.
λίγα τα παιδιά, μεγάλωσαν όλα,
και λίγα τα μέρη για κρυφτό,
ο τόπος μίκρυνε, παντού παράθυρα,
οι φράχτες έγιναν σύρματα,
κόσμος πολύς, αλλά οι έφηβοι
μείναν στην Αμφιάλη, στο Πέραμα, στον Πειραιά.
- ή κολυμπούν στη Βούλα, Βουλιαγμένη, ξένοιαστοι.

μεγάλος νιώθω στη Σαλαμίνα,
αμήχανος στο χώρο,
άγνωστος επιτηρούμενος.

επιτηρούμενος ;
αγόρι αδύνατο - κατάμαυρα μαλλιά,
κατατομή αγάλματος -
κλεφτά, από κοντά, ώρα μου ρίχνει τις ματιές του,
κι από μπροστά μου σαν περνάει
νωχελικά κι αυτάρεσκα, σιγοσφυρίζει ένα σκοπό
με “έρωτα” και “έλα”…

της Σαλαμίνας, νά, τα βράχια που δεν γνώριζα μικρός,
και τώρα αντιλαμβάνομαι
οι τότε μεγαλύτεροι
γιατί συχνοπηγαίναν…



ΣΕ ΠΟΛΥΒΟΥΗ ΑΜΜΟΥΔΙΑ

γιος και πατέρας
παίζαν με τη θάλασσα
χαρούμενα στον απογευματινό ήλιο.

το αγόρι, έφηβος, μόλις έφηβος, ανίκητα όμορφος,
γύρω του σκορπούσε φως.
ο πατέρας - νέος πολύ θα παντρεύτηκε -
σε βουτιές, σε ξέφρενο κολύμπι, σε γέλια και πειράγματα,
σε όλα το γιο του ακολουθούσε,
έφηβος ξανά, με ρωμαλέα ομορφιά όμως αυτός,
το κάλλος των ώριμων αθλητών.

και τους παρατηρούσα κρυφά,
με φθόνο, ξαπλωμένος εκεί -
να μη θέλω, να μη μπορώ να σηκωθώ
από διέγερση εντονότατη,
γλυκιά, γλυκιά και πικρή.

το σώμα του αγοριού γυάλιζε ηδονικά…

σε μια παρόρμηση παιδού
για γνώριμη στοργή
αγκάλιασε τον πατέρα του με μια λαβή,
σα νάθελε να παλέψει,
και ναι, για λίγο πάλεψαν γελώντας.
η άμμος, απ τα χτυπήματα των ποδιών τους
στα μαλλιά μου έφτασε.

τότε συναντήθηκαν τα βλέμματά μας.

και είδε το αγόρι
οράματα άλλων ηδονών,
φωτιά να καίει άσβεστα για χρόνια,
σε άλλα αγόρια κοντά, σε άνδρες.
κι οδηνηρά συνειδητοποιεί
γιατί του αρέσει να παλεύει
μ’ ένα όμορφο, σαν του πατέρα του δυνατό κορμί.

αμέσως αποσπάστηκε, αμήχανα έκανε πέντε βήματα
προς τη θάλασσα
και δελφίνι μές στο σπινθηρίζον ασήμι βούτηξε,
με δύναμη, με χάρη.

κι όταν ξαναφάνηκε στην επιφάνεια,
αινιγματικά
το βλέμμα του καρφώθηκε σε μένα.



ΣΗΜΑΔΙΑ 

γεμάτο αυτή τη φορά
το περιοδικό
από φωτογραφίες που με γοητεύουν βαθιά :
νεαρών ανδρών...
ωραίων νεαρών ανδρών σε άρθρα, διαφημίσεις.
με δάχτυλα ζεστά,
πολύ αργά, ξεφύλλιζα, ξεφύλλιζα τις σελίδες,
τις σελίδες που εσύ γύριζες πριν,
οι εικόνες σαν να μου λέγαν ότι
και εσύ τις είδες με τα μάτια τα δικά μου, καθαρά.

αν τεύχη αρκετά δεν είχες φέρει,
εφτά εβδομάδες τώρα,
θάλεγα την ώρα, τη μέρα σημαδιακή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου