Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011


ΠΑΡΑΜΟΝΗ 

τα τελευταία κάλαντα
ακούγονται τετράγωνα μακριά.

ήσυχο πια το δωμάτιο, ζεστός μικρόκοσμος
για τα γυμνά μας χάδια, την ηδονική αποδόνηση
ακόμα κρατάει σα να μην πέρασε.

σα να μήν πέρασε ;

απ το παράθυρο προς τα μέσα γυρίζω.
ακουμπάω στα σεντόνια
και είναι το κρεβάτι καυτό,
το σώμα του αγοριού φως ακούραστο
στο στόμα η γεύση τόσο νωπή των φιλιών
που δίπλα του πάλι πέφτω
με δάχτυλα, με χείλη, με σώμα όλο ζάλη,
στα πρώιμα σκληρά του χέρια
πάλι αφήνομαι πειθήνια
ηδονικά να με δονεί
ηδονικά να με φλογίζει.

κι όταν τα μάτια ανοίγω, ώρα μετά,
εκείνος κοιμάται, αποκαμένος για.
κι εγώ κοιτάζω, με απορία ξανά
το τρίγωνο για τα κάλαντα
που τραγούδησε,
- προσφυγόπουλο το αγόρι -
τα κάλαντα της ανάγκης, στο κατώφλι μου
μόλις δυό ώρες πριν...



ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ

μελαχροινό σαν χάδι το σώμα σου,
τύλιξε τις φαντασιώσεις
του πρωινού.

έφτασε η ώρα
σκέφτηκα.
κι ήταν η σκέψη αυτή
τελευταία προσπάθεια
ατομικότητας.



ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ

ήταν το σκοτάδι ασήκωτο,
μιά αίσθηση απειλής παντού.

ένα χέρι φάντασμα, δειλά με αγγίζει,
τα δάχτυλα, με μικρού παιδιού απαλότητα
τα ρούχα μου χαϊδεύουν
πάνω από το πέος, στη σύγκλιση των γλουτών,
κι η διέγερσή μου μέγιστη...

νέος, νέος δυνατός να είναι, εύχομαι.

αφήνω το χέρι μου προς τα πλάι στο κενό,
στην άκρη κοντά, φηλαφίζω ύφασμα μεταξένιο, ρούχο αθλητικό.

νέος, νέος πολύ θα είναι, σκέφτομαι.

και λίγο κάτω με την παλάμη τρέμοντας, βρίσκω
ζεστό, γυμνό, μόλις χνουδάτο μυώδη μηρό,
και πιο πάνω,
σκληρόπαλμο πεός, πέτρα καυτή
με δάχτυλα του πάθους περιζώνω.

νέος, νέος δυνατός τ' αγόρι, σκέφτομαι.

ηδονικά τα χέρια του κλείνουν το στήθος μου,
ολόσωμα, ζεστά μ' ακουμπάει.
η ζώνη μου λύνεται, χέρια ζεστά τη λύνουν βιαστικά.

νέος, νέος σκληροδόνητος να είναι, εύχομαι.
και ήταν η τελευταία ψυχρή σκέψη της βραδιάς.



ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΑΔΙΚΑ

τεντωμένοι μύες, τεντωμένη αναμονή, βλέμμα τεντωμένο
σ’ ένα σημείο σκοτεινό, στην είσοδο της νύχτας,
όπου όλα τα δένδρα φαντάσματα.

ή ώρα αμείλικτη, χαιρέκακα...

θα αναλυθώ σε κλάμα πρωτόγονο,
θα χτυπάω τη γη όπως χτυπάν τις πόρνες,
θα χωθώ στα μαύρα, πιο μαύρα σύδενδρα.

νύχτα καταστροφής;

κι όπως στο πέρα ξέφωτο αναδύεται η σελήνη, 
σε νύχτα ήδη οπάλινη
που ηρεμιά κι ελπίδα επιμένει να βρεί,
σηκώνομαι,
κι ελεύθερος ως αύριο,
ως που να σ’ αντικρύσω ξανά κι απελπιστώ,
ως αύριο
συνειδητά, από όνειρα κι απολωλή χαρά
στη σκέψη σου
μεθάω.



ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ

σε οικοδομή ανεγειρόμενη
φτυάριζε φτυάριζε
ήλιο κι αμμοχάλικο.
γυμνή του η πλάτη, καλυμμένη
από μύες πυκνούς και φως.
κι όταν σταμάτησε και κοίταξε ψηλά,
σαν αύρα θαλασσινή να πέρασε
απ τον κορμό του,
το εκλεκτό του στήθος
για σφίξιμο δυνατό,
για απομύζημα σκληρό
ακραίας ηδονής ταγμένο…

προσπέρασα προχώρησα
με βήμα ασταθές.
το βλέμμα του καχύποπτο, περιφρονητικό
στον ώμο μου σκυφτό…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου