Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011


ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ήδη Κυριακή
ήδη Δευτέρα
ήδη Τρίτη
δεν άκουσα το βήμα σου στο πλακόστρωτο
της αυλής.

μαθήματα, θα μου πεις…
οι ξέπνοες μέρες με ήλιο του Νοέμβρη
για μέσα μεταφέρουν τις παρέες.
κι αν μεγαλύτερος περνάει κι αμήχανα
στο δωμάτιο περισέρνεται,
οι συμμαθητές το βλέμμα οι ερωτήσεις τους
σαν κρυπτογραφημένες, πονηρές.

ξέρω.
αλλά
γι’ αυτό
ίσως, ίσως λέω, ίσως
απ’ αυτούς, έναν-δυό
νάφερνες;



ΠΡΟΧΕΙΡΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

με κόκκινα γράμματα σε κίτρινο χαρτί
ηδονικός ο στίχος
ερωτικός ο χώρος.
σε τόσο δα χαρτί οράματα ερωτικά!
μα τί πόνος οι λέξεις να μη φτάνουν
για τόση χαρά…

γι’ αυτή την ποιητική στιγμή:
τα σώματά μας δυό,
από ηδονή κορεσμένα, αναπαυμένα.



ΠΡΩΤΕΣ ΜΕΡΕΣ

απίστευτα έρημη ακόμα η αμμουδιά
στον ήλιο.
περιστέρια, ίσως γλάροι
γύριζαν ψηλά.
πεύκα χαμηλά
από πέρσι χαμήλωσαν πιο πολύ.

από πέρσι ανδρώθηκα – ηδονή αστείρευτη
ταράζει, τον ήλιο προκαλεί.
κι η θάλασσα, ναι, θα χαίρεται το νέο σώμα μου,
θάλασσα-γυναίκα
με το χάδι εκατό χεριών.

ο περσινός μου σύντροφος να ήταν εδώ,
μηρούς να ενώναμε
τα χείλη μας ικετευτικά
για καταιγιστική συνουσία…



ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ

με μάτια διασταλμένα προσπαθούσα να κόψω το σκοτάδι,
τα μάτια και χέρια μου ψάχναν για γωνιά, για τοίχο να σταθώ
κατάλληλα.
λεπτές ανάσες ανέδιδαν παρουσίες πολύ κοντά.
η καρδιά μου χτυπούσε, σαν να έμαθε μόλις τώρα δυνατά να χτυπάει.
διέκρινα ένα φεγγίτη απ τη σκιά που κινήθκε μπροστά μου,
δίπλα μου η σκιά, όγκος λεπτός, σγουρά μαλλιά.
όταν τα δάχτυλά του, μόλις αισθητά
άγγιξαν το μηρό μου,
έτρεμα αφύσικα.
ένα χέρι μεγάλο, χέρι οικοδόμου με χάϊδευε απαλά
κι άπλωνε ηδονή σ' όλο μου το σώμα, το χέρι του τα χέρια του
τα σκληρά ένοιωσα παντού, πέτρα το σώμα του πανώ μου,
και στο ανοιχτό μου στόμα, πρωτόγνωρα ένα υγρό φιλί απόθεσε
απαιτητικό
που φόβο αλλά κι ηδονή, φόβο κι ηδονή αλλόκοτη ξυπνούσε,
φόβο και πανικό.

κάτι ψιθύρισε, ζεστό φιλί, ζεστή φωνή,
δεν ακούγα, οι λέξεις του υγρές
τη μαγεία της ηδονής, τη θέρμη του σκοταδιού σαν να έσπασαν.
ανάσα βαθιά, βήμα προς την έξοδο,
πήδηξα πανικόβλητος στ' ανοιχτά
στη νύχτα σα μέρα φωτεινή.

μετανοιωμένος τόσο,
που γύρισα, μετά από δυό τετράγωνα πάλη με τον πειρασμό.



ΡΑΓΙΣΜΑ

κοντοκουρεμένος, λυγερός,
σαν νεοσύλλεκτος, αν και μικρός,
- ούτε για πρότακτος δεν περνάει –
σιωπηλά κοιτάζεται στον ολόσωμο καθρέφτη.

και βλέπω πίσω του να πλησιάζει
το είδωλό μου, τα χέρια μου να αγγίζουν
το στήθος του, στον καθρέφτη να ψάχνουν
τις θηλές.
και νιώθω να κινεί τους μυς των ώμων του,
το κεφάλι προς τα πίσω γέρνει,
δυό λάγνα στόματα στον καθρέφτη
ανοίγονται για φιλιά.

έχει τα μάτια του ακόμα κλειστά,
τα χείλη μου απαλά υγραίνουν
την καμπύλη – ω τόσο λεία, νεανική ! –
του λαιμού και προς τ’ αυτί.

διέγερση ακραία δείχνει ο καθρέφτης.

αλλά μένουμε κει, καθηλωμένοι.
χειρονομίες και κινήσεις σε άλλη διάσταση
μας φανερώνονται.
η όλη συνεύρεση σαν έκτακτο επεισόδιο
ηδονοβλεπτικό μας γέμισε αλλόκοτη χαρά.
ως και στην κορύφωση, πασχίζαμε να κρατήσουμε
τα μάτια μας ανοιχτά, πάνω στα θαμπωμένα είδωλα
λαίμαργα ολάνοιχτα !

αμέσως μετά, σφιχτά ακουμπήσαμε τα σώματά μας
στον καθρέφτη
και ράγισε…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου