Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011


ΟΜΟΛΟΓΙΑ

φίλος
είναι το καλύτερο εγώ.
φίλος
είναι χωματόδρομοι εξοχικοί
που οδηγούν σε μια παλιά πηγή.
φίλος
το γελαστό νερό,
του φίλου το άγγιγμα, ηδονικά
στον ώμο
και στα όνειρα.



ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΗΣΗ

ξανάρχισα να ζήσω σαν ξένος
στενός ορίζοντας.

δεν είναι από νοσταλγία
ή απέχθεια προς τα τραγούδια τα βαριά
που ακούω μέρα-νύχτα.

μπορεί μια αξεπέραστη ηδονή του πόνου
θρίαμβος να γίνει
γαι τα ακατανόητα που ενυπάρχουν
σε κάθε άνθρωπο.

ο ίδιος ο φίλος μου
πικραίνει τις ώρες μας
με σαρκασμούς…

ξανάρχισα να ζήσω σαν ξένος
σαν άνθρωπος.



ΟΡΑΜΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟ

ποίημα γράψε μου,
ποίημα φέρε μου.
            δέκα ποιήματα σου γράφω για την επιστροφή.
ένα γράψε μου,
ένα φέρε μου
μοναδικό, στο τέλος του ταξιδιού.

ποίημα νάχει την ξέφρενη χαρά της επιστροφής,
την ήρεμη λάμψη περασμένου καιρού
που ήταν χαρά,
την ολόχρυση χαρά της αυριανής πορείας.
τις χαρές όλες,
το εσύ κι εγώ χαροποιά στα χέρια μας,
τ’ αμέτρητα σκιρτήματα χαράς
σ’ ώρες αμέτρητες αλληλοθαυμασμού.

ποίημα της φωτιάς
ποίημα της γης
ποίημα τ’ ουρανού,
σαν κρίνο μοναδικό ανάμεσα μας στην επιστροφή
ποίημα της φιλίας μοναδικό
γράψε και φέρε μου.
            από δέκα ποιητές ωραιότερα τόγραψες
            στην ψυχή μου, και σαν σε πράσινο μάρμαρο
            χαραγμένο το διατηρώ
            για την επιστροφή.
            ποίημα κάνε μου την προσμονή
            εμένα τον ποιητή, φίλε μου ακριβέ εσύ.



ΟΡΓΙΟ

σε αποκριάτικο χορό,
τα πρόσωπα επιμελώς κρυμμένα,
φτάσαμε σε κέφι τέτοιο
που ένας-ένας βγάλαμε τα ρούχα μας τα παρδαλά.
και στην αρχή το γαργαλιστικό
σε τολμηρά πειράγματα κατέληξε,
κι απ το κρασί το άφθονο
σε πόθους θολούς…

για τη μουσική δεν νοιαζόταν κανένας πια.
σώματα γυμνά και τώρα γνώριμα
τα περισσότερα,
σε χάδια χαλαρά τυλίχτηκαν.
στο πάτωμα στα γρήγορα οι έκτακτες φλοκάτες
μαξιλαροπόλεμος και γέλιο και κρασί,
κρασί να τρέχει κόκκινο
σε ρώγες σκούρες και σκληρές.
αγγίγματα ανάκατα, πετάχτηκαν οι προσωπίδες
για νάναι η γλώσσα ελεύθερη
το στόμα ανεμπόδιστο.
και στα θολά τα μεθυσμένα μάτια μας
μισάνοιχτα ακόμα, άλλο πια δεν έμεινε
σαν ύστατη εικόνα: ένα χαώδες σύμπλεγμα
ευλογημένα αγάλματα, και κλείνοντας τα μάτια πια:
της ηδονής το ξέφρενο κυνήγι,  οι άγριες οι γεύσεις
πανάρχαιων δρωμένων,
κρασί, φιλιά, κρασί περίχυτο σε πέη και πρωκτούς.



ΟΡΓΩΜΑ 

Σέριφος.
ένα κεφάλι αγοριού
πρόβαλε από τη θάλασσα,
κορμός εφηβικός στ' αβαθή,
γυμνός μοναχικός κολυμβητής.

Σέριφος.
θυμάμαι τις ματιές σου,
το πάντρεμα των ματιών μας,
το γελαστό πλησίασμα, βήμα-βήμα δίπλα στα κοχύλια.
θυμάμαι τα χέρια σου,
πόσο διστακτικά μιλούσαν.

Σέριφος.
το νερό λευκοπράσινο μάρμαρο
γύρω στα πόδια μας σμήλευε, σμήλευε.
και κάτω απ τη σκληράδα των μηρών σου
άπλωνα, άπλωνα
και έγινα με την άμμο ένα.

1 σχόλιο: