Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011


ΤΟ ΜΑΤΑΙΟ ΤΩΝ ΣΚΕΨΕΩΝ

σκληρό σαν πέτρα το σώμα σου,
τύλιξε τις φαντασιώσεις
του πρωϊνού.

ήρθε η ώρα
σκέφτηκα.
κι ήταν η σκέψη
τελευταία προσπάθεια
ατομικότητας.



ΤΟ ΜΕΓΑ ΨΕΜΑ

με ανάλωσε η νύχτα, και λείπεις.
κι όλο πιο σκοτεινές οι λίμνες,
ούτε δένδρο διακρίνεται πια.
ένα αστέρι, μονάχα ένα αστέρι, αδιάφορο κι αυτό
για την αγωνία μου την έρπουσα.

ηττήθηκα.
διαπάλη ήταν κι αστόχησα.
δεν μπόρεσα, δεν ήθελα να ζήσω πιο νωρίς
τα απλά, τα σεπτά λόγια της φιλίας
την άδολή σου συντροφιά.
και τώρα μέρες πολλές θα λείπεις
εκδικούμενος
με απαιτήσεις και νέους κανόνες.

η μοναξιά γεννάει τα τέρατά της,
φόβοι πρωτόγονοι κεντούν, κεντρίζουν.
θραύσματα μαζεύω άσκοπα,
ψευδαίσθηση ότι κακός εφιάλτης είναι,
ότι κάθε τραύμα επουλώνεται.

.....

φθινοπωρινό πρωί και στο πλοίο μαζί:
αντέξαμε, οριζόντια η ζυγαριά.
πολλές θα είναι οι μέρες, οι ενέδρες
των λόγων μας, τα διφορούμενα, αλλά
εξοστρακισμένο μόνιμα, από κοινού,
ο φταίχτης: το μέγα ψέμα...



ΤΟ ΠΡΟΣΚΑΙΡΟ ΚΑΛΟ

από πρωί νωρίς τη μέρα εκείνη
άδεια τα μουσεία μας:
οι μαρμάρινοι έφηβοι μετουσιώθηκαν,
βγήκαν στους δρόμους.
και δρόμοι, πλατείες, οι κήποι του κέντρου,
τα ιερά άλση
αντηχούσαν από την ομορφιά τους,
από ήρεμα ή πονηρά χαμόγελα.
αχ, τί άσεμνη επίδειξη, θα είπαν μερικοί,
και τί ταραχή απειλεί την πόλη, τις κόρες μας,
τα αγόρια μας,
αν άμιλλα ευγενική τους έκανε να βγούν στον ήλιο
γδυτοί να σμίξουν
με τους νεοφερμένους.

πού πάμε;

άλλοι λέγανε πως οι Ελληνίδες
παν δεκαπέντε δεκαέξι χρόνια τώρα,
με έμπνευση κοινή
γέννησαν πάλι θεούς και ήρωες,
πως οι αρχαίοι θεοί μας γυρίζουν στον Όλυμπο
και πως αρχίζει, σήμερα κιόλας, μια νέα εποχή
για όλους μας.
αλλά εγώ πώς θα ζούσω, πώς θα πορευόμουνα
με τέτοιον πειρασμό;
με κάθε στιγμή μπροστά μου την πρόκληση
τη δίψα, την απελπισία
για τόση ηδονή απλόχερα διαθέσιμη,
για τέτοια σώματα
χωρίς επαύριο...

γιατί γρήγροα η πολιτεία έβαλε τάξη
στα όνειρα πολλών, στις χαρές πολλών.
με τον πρώτο πυροβολισμό – άνωθεν διαταγή –
η θωπεία του ήλιου, τα γέλια μαρμάρωσαν,
χέρια κόπηκαν και πέσαν πέτρες στο γρασίδι,
οι έφηβοι είχαν μαρμαρώσει πια για καλά.
τους βάλαν στα μουσεία με προσοχή και λύπη.
ήταν οι αυτοκτονίες πολλές για λίγες ώρες,
μα όλα στρώσαν τελικά
πριν ακόμα βραδιάσει
στους τύπους της παλαιάς ηθικής.

η μέρα εκείνη δεν ξεχάστηκε
αλλά σπάνια αναφέρεται.
όλοι μας κάτι το επλήψιμο κάναμε ή σχεδιάσαμε τότε.
πολλή ηδονή, πολλή ελευθερία είχαμε γευτεί.



ΤΟΣΟ ΑΠΛΑ

θα είναι μια σκηνή απλή ο χωρισμός:
ένα πωί, ένας δρόμος με λίγη ακόμα κίνηση,
λίγους διαβάτες,
δυό χέρια
που θα τρέμουν,
τα μάτια!
δεν θα έχω το θάρρος να σε κοιτάζω στα μάτια.
πες από ντροπή, από αδυναμία
που σε τίποτα δεν μπόρεσα να βοηθήσω.
από αδυναμία πως έγιναν όλα όπως φοβηθήκαμε
ένα μήνα, μόλις ένα μήνα πριν...

θα είναι μια σκηνή απλή ο χωρισμός:
θά φύγεις, και θα φύγω.



ΤΡΑΠΕΖΑ ΘΥΣΙΑΣ

δεν είναι η έμπνευση που λείπει,
το τραπέζι αυτό εμπνέει όσο κανένα άλλο αντικείμενο,
το τραπέζι αυτό
με συγκρατεί από το να πέσω άδοξα,
το τραπέζι αυτό μου θυμίζει
ένα απόγευμα που φύγαμε από το φως
κι ήρθαμε δω να κρυφτούμε
για τις κρυφές κουβέντες
και επιθυμίες μας.
μια ώρα κρυφή, αξέχαστη
που τη σημάδεψα, από σένα κρυφά,
με στίχους κι ημερομηνία,
με δεισιδαιμονική αγάπη,
ένα τραπέζι σαν τράπεζα θυσίας στη φιλία,
στη φιλία μας
εξακολουθητικά...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου